Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Πρόσωπο και Εκκλησία


22 Μαΐου 2012

Είναι δύσκολο ν’ αναλύσει κανείς με λόγια και μάλιστα σε περιορισμένα χρονικά όρια το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτή η συγκλονιστική πραγματικότητα, που κλείνει μέσα της την πανανθρώπινη σωτηρία, είναι τόσο ανθρώπινη όσο κι εμείς και τόσο θεία όσο κι ο ίδιος ο Θεός, που την άγιασε με το αίμα του. Γι’ αυτό το λόγο ονομάζεται θεανθρώπινη κοινωνία, γιατί είναι το μοναδικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος ως πρόσωπο αποκτά τη δυνατότητα να επικοινωνήσει με τον προσωπικό Θεό. Η επικοινωνία αυτή, που πραγματοποιείται μέσα στο χώρο των μυστηρίων, με τη χάρη του Θεού μεταμορφώνει, αγιάζει και σώζει τον άνθρωπο. Έτσι η Εκκλησία χαρακτηρίζεται «κιβωτός σωτηρίας», «σώμα Χριστού», «κοινωνία του Αγίου Πνεύματος». Οι χαρακτηρισμοί αυτοί κλείνουν το περιεχόμενο μιας ιδιόμορφης κοινωνικής πραγματικότητας, όπου εντάσσονται οι μεταξύ Θεού και ανθρώπων σχέσεις, ενώ παράλληλα εξομαλύνονται οι διανθρώπινες αντιθέσεις.
Οι παραπάνω αλήθειες αποκαλύπτουν πίσω από τη σχέση προσώπου και Εκκλησίας την πνευματικότητα, ως αναγκαιότητα της επικοινωνίας μας με το Θεό, και την κοινωνικότητα ως εσωτερική παρόρμηση της φύσης μας για τη συνάντηση με τον πλησίον. Στην πνευματικότητα υπάρχει η κατακόρυφη τάση της ανθρώπινης ψυχής να βρει τον πλάστη και δημιουργό της, και στην κοινωνικότητα η οριζόντια κίνηση της αγάπης για το συνάνθρωπο, που είναι κι αυτός εικόνα του δημιουργού.
Μόνο μέσα στις παραπάνω διαστάσεις δικαιολογείται η ύπαρξη της Εκκλησίας. Έξω από τις διαστάσεις αυτές χάνει τη θεανθρώπινη φύση της και μεταβάλλεται μονομερώς ή σε θρησκευτική σκοπιμότητα ή σε σωματειακή εκδήλωση ή ακόμα και σε κοινωνικό σύστημα. Η μετατόπιση αυτή οφείλεται αποκλειστικά σε ανθρώπινες αντιλήψεις και εκφράζει συνήθως την πνευματική μας κενότητα. Γιατί στο βάθος η Εκκλησία είναι θείο καθίδρυμα. αναλλοίωτο και ακλόνητο, ενώ οι ανθρώπινες υπερβάσεις έχουν το χαρακτήρα της παροδικότητας κι αποκαλύπτουν εσφαλμένες ερμηνείες και απόψεις πάνω στο μυστήριο της σωτηρίας μας.
Στην εποχή μας. όπως φυσικά και σε κάθε εποχή, το μυστήριο της Εκκλησίας είδε περίεργες και παράλογες ερμηνείες. Κι αυτό γιατί άλλοτε η αμάθεια άλλοτε η ολιγομάθεια κι άλλοτε η προχειρομάθεια σε συνδυασμό με αβαθή πίστη βιάστηκαν να διακηρύξουν ότι κατανόησαν το μυστήριο της Εκκλησίας και άρχισαν να προσχωρούν σε πρωτοβουλίες ή ενέργειες που συνήθως οδηγούν σε αδιέξοδο. Έτσι παρατηρήθηκαν πολλές φορές φαινόμενα, που πλήγωσαν τη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας και ταυτόχρονα αποκάλυψαν πως η συνείδηση αυτή εκφράζει και ζει την ίδια αλήθεια, που έζησαν παλιότερες χριστιανικές εποχές από την ημέρα της Πεντηκοστής μέχρι σήμερα.
Το γεγονός αυτό μαρτυρεί πως πάνω από τα σφάλματά μας, τις φιλοδοξίες και τις προχειρότητες η Εκκλησία παραμένει αναλλοίωτη και αμετακίνητη στη συνείδηση του πληρώματός της, στη συνείδηση κλήρου και λαού στο σύνολό τους. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί να βοηθήσει τον πιστό να ξεχωρίσει πίσω από το ανθρώπινο στοιχείο, που μπορεί να σφάλλει ή να υπερβάλλει, το θείο στοιχείο της Εκκλησίας, που μένει πάντοτε ασφαλές και αιώνιο, κι είναι γι’ αυτό δείκτης πορείας στο ανθρώπινο στοιχείο.
Η Εκκλησία είναι θείος θεσμός, που όμως στρέφεται και αγκαλιάζει τον άνθρωπο με αποκλειστικό σκοπό τη σωτηρία του, συνδέοντάς τον μυστηριακά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Κατά συνέπεια κάθε ενέργεια, κάθε πράξη, κάθε δραστηριότητα, αλλά και κάθε προοπτική μέσα στο χώρο της Εκκλησίας πρέπει ν’ αποβλέπει στον παραπάνω σκοπό, δηλαδή στη σωτηρία και την ανακαίνιση του ανθρώπου. Με βάση λοιπόν το κριτήριο αυτό μπορεί ο καθένας να προσδιορίσει τις πραγματικές προθέσεις του απέναντι στην Εκκλησία, αλλά κυρίως τις προσδοκίες ή τις απαιτήσεις του απ’ αυτήν. Το ίδιο κριτήριο αποκαλύπτει τήν αυθεντικότητα και τη γνησιότητα οποιουδήποτε μέλους της Εκκλησίας είτε ανήκει στο λαό της, είτε ακόμα και στον κλήρο της. Έτσι ο σκοπός της Εκκλησίας, ενώ προσδιορίζει τη φύση της, καθορίζει και την νέα διάσταση μέσα στην οποία βλέπει τον άνθρωπο, που με τη σειρά του κι αυτός οφείλει ως συνειδητό μέλος της να τοποθετηθεί.
Βλέπουμε λοιπόν πως η Εκκλησία είναι κάτι άλλο από θρησκευτική σκοπιμότητα με έστω ηθικιστικούς στόχους. Είναι κάτι έξω από φιλοδοξίες, πειραματισμούς, επαγγελματισμούς ή ενθουσιαστικά παραληρήματα· πολύ περισσότερο έξω από μια τάση εξευρέσεως λύσεων για τα κοινωνικά ή πολιτικά προβλήματα, που στέκουν με τραχύτητα μπροστά στον άνθρωπο, αλλ’ είναι έξω από τη σωτηρία του. Σκοπός της Εκκλησίας, όπως είπαμε, είναι η σωτηρία κι η ανακαίνιση του ανθρώπου. Είναι η μεταμόρφωσή του σε πνευματική αξία, σε πρόσωπο, όταν ο άνθρωπος γίνει αξία, γίνει πρόσωπο, τότε αμέσως με τη νέα του υπόσταση βρίσκει τη λύση για κάθε πρόβλημα χωρίς να χρειαστεί παρέμβαση της Εκκλησίας. Αυτή η έμμεση ενέργεια της Εκκλησίας πάνω στην κοσμική πραγματικότητα τη βοηθά να παραμένει αδέσμευτη από καταστάσεις και σχήματα, που διαρκώς μεταβάλλονται και εναλλάσσονται, ενώ η ίδια είναι αιώνια και αμετάβλητη.
Η Εκκλησία είναι χώρος της χάρης και παράλληλα περιοχή αγώνα για την προσωπική τελείωση. Η τελείωση όμως αυτή αντιμετωπίζει έναν οξύτατο προβληματισμό κυρίως με αφορμή τις γνωστές τάσεις της αμαρτίας, που εμποδίζει το σπάσιμο του ατομισμού και την έξοδο του προσώπου στη σφαίρα του κοινωνικού, στη συνάντηση του πλησίον. Έτσι η έξοδος και η προσέγγιση αυτή εμποδίζεται από την αμαρτία, που βασικά πρέπει να ξεπεράσει ο άνθρωπος προκειμένου να τελειώσει, ν’ ανακαινιστεί, να γίνει πρόσωπο. Αυτό το ξεπέρασμα, η ανακαίνιση, και η τελείωση είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της χάρης που προσέγγισε ο άνθρωπος μέσα στις διαστάσεις της Εκκλησίας.
Κατά συνέπεια η Εκκλησία είναι η μοναδική χορηγός της θείας χάρης μέσα στον κόσμο. Είναι ακόμα η νέα κοινότητα, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις εξαγιάζονται γιατί ο όρος «πλησίον» αποκτά την πραγματική του σημασία και η προσέγγισή του γίνεται αφορμή ανόδου, τελείωσης και αγιασμού.
Για να κατανοήσουμε τη νέα αυτή πραγματικότητα πρέπει να αντιληφθούμε ότι στη χριστιανική θεολογική ορολογία ο όρος «πλησίον» είναι κάτι διαφορετικό απ’ ό,τι ο ίδιος όρος έξω απ’ αυτήν. Συγκεκριμένα ενώ στον προχριστιανικό κόσμο πλησίον ήταν ο γείτονας ή έστω ο ομόφυλος και ο ομόθρησκος, στο Χριστιανισμό πλησίον είναι ο οποιοσδήποτε ανεξάρτητα από την ομολογιακή, φυλετική, πολιτική, κοινωνική, επαγγελματική, εθνική ή άλλη σχέση ή διαφορά από το βαπτισμένο πιστό. Είναι ο κάθε άνθρωπος ως εικόνα του Θεού. Το να μπορέσει λοιπόν κανείς να αφαιρέσει όλα αυτά τα πρόσθετα συμβατικά σχήματα και εμπόδια, που δημιουργούν φραγμούς στην προσέγγιση του πλησίον και να δει κάτω απ’ αυτά την εικόνα του Θεού, είναι μια συγκλονιστική νίκη, ένα γιγαντιαίο άλμα προς την αρετή. Η νίκη αυτή πρέπει να θεωρηθεί κριτήριο αυθεντικότητας του πιστού ως μέλους της Εκκλησίας, γιατί αποκαλύπτει ταυτόχρονα βίωση πνευματικότητας και κοινωνικότητας με την έννοια της αποδοχής του θελήματος του Θεού και την εκδήλωση της αγάπης για τη συνάντηση του πλησίον.
Με άλλα λόγια για να είναι κανείς πραγματικό μέλος της Εκκλησίας, δηλαδή αναγεννημένο πρόσωπο πρέπει να ζει ταυτόχρονα την εμπειρία της επικοινωνίας με το Θεό και την κοινωνία της αγάπης με τον πλησίον. Κι αυτά τα δυό εκφράζουν το μυστήριο της σωτηρίας, που γίνεται πραγματικότητα με τη θέληση και την ελεύθερη προσέγγισή μας στη χάρη. τη θυσία, τον αγώνα και την αγιότητα.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σταθούμε για λίγο. Από παλιά κυκλοφορεί μια πολύ γνωστή παρεξήγηση γύρω από το θέμα της ελευθερίας μέσα στο χώρο της θρησκευτικότητας και πιό συγκεκριμένα μέσα στα πνευματικά πλαίσια της Εκκλησίας. Υποστηρίζεται δηλαδή πως η Εκκλησία επιβάλλει στον άνθρωπο κανόνες και διατάξεις, που προοδευτικά τον μεταβάλλουν σε δούλο μιας αναγκαιότητας, από την οποία είναι αδύνατο να αποδεσμευτεί. Μια ακραία μάλιστα θέση έφθασε να χαρακτηρίσει την Εκκλησία ανασταλτικό παράγοντα στην ανθρώπινη πρόοδο, υποστηρίζοντας ανοιχτά πως «η θρησκεία είναι όπιο των λαών».
Μια τέτοια αντίληψη είναι φυσικό να καταλήγει σε άρνηση κι ακόμα φυσικότερο σε διωγμό της Εκκλησίας. Έτσι ξέρουμε τι έγινε σε ορισμένα κοινωνιστικά καθεστώτα, που ξεκινώντας από την παρεξήγηση έφθασαν σε φρικώδεις διωγμούς και ανελέητες υπερβάσεις κατά της Εκκλησίας. Αν βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους ανακαλύπτουμε πίσω από την παρεξήγηση μια ενστικτώδη αντίδραση των συστημάτων κατά της Εκκλησίας, που ιδιαίτερα κήρυξε την ελευθερία του ανθρώπου και γι’ αυτό το κήρυγμά της γίνεται πρόκληση και έλεγχός τους. Απόδειξη αυτού είναι το γεγονός ότι από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι σήμερα τα μόνα συστήματα και καθεστώτα, που πολέμησαν και χτύπησαν την Εκκλησία ήταν κατά κανόνα ολοκληρωτικά, δηλαδή αντίθετα στην ανθρώπινη ελευθερία. Είναι λοιπόν δυνατό να έχει δίκιο εκείνος που δεν πιστεύει στο δίκαιο, και να εμφανίζεται υπέρμαχος της ελευθερίας εκείνος, που την αλυσόδεσε φρικιαστικά;
Το ίδιο ισχύει και γι’ αυτούς, που χωρίς μια ουσιαστική τοποθέτηση σ’ ένα σύστημα, αλλά μόνο με την επίδραση ρευμάτων της σύγχρονης εκκοσμίκευσης αντιμετωπίζουν την Εκκλησία ως θεσμό παρωχημένης εποχής και τη θρησκευτικότητα ως δεσμευτικό πλέγμα καταπιεσμένων προσωπικοτήτων. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε αντίδραση για κάτι που ενοχλεί, αλλά περιφρόνηση για κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί γιατί λείπουν οι δυνάμεις, η θέληση και ο ηρωισμός.
Η Εκκλησία είναι χώρος ηρωισμού. Κι ο ηρωισμός δεν είναι εύκολη υπόθεση. Είναι μια πάλη, μια θυσία για χάρη της ιδέας που συναρπάζει, που πυρπολεί, που ανακαινίζει και μεταμορφώσει το άτομο σε πρόσωπο. Τέτοιος ηρωισμός χαρακτηρίζει τα εκατομμύρια των αγίων και των μαρτύρων της Εκκλησίας. Και θα ήταν μεγάλη αφέλεια να ισχυριστεί κανείς ότι τα εκατομμύρια εκείνα πίστεψαν σε μια πλάνη, που τους έστειλε στον τάφο. Η θυσία εκείνη τους ύψωσε στην αιωνιότητα και τους επέβαλε ως φωτεινούς δείκτες στο στερέωμα της ιστορίας.
Δεν είναι λοιπόν η ένταξη στην Εκκλησία δουλική αποδοχή τυραννικών αρχών και κανόνων, ούτε κι εξαφάνιση της ανθρώπινης προσωπικότητας κάτω από έναν, όπως με αφέλεια υποστηρίχτηκε, «θρησκευτικό φασισμό». Είναι μια ηρωική προσπάθεια για την αποδέσμευση από την κυριαρχία της αμαρτίας και του κακού, που μαραίνει το άνθος της ψυχής και το κάνει ανίσχυρο να στραφεί προς τον ήλιο του. Είναι μια νοσταλγική προσέγγιση στο εργαστήριο της θείας χάρης, που σμιλεύει χαρακτήρες, που σφυρηλατεί προσωπικότητες, που δημιουργεί ανθρώπινες αξίες.
Σε μια εποχή αντιφάσεων όπως η σημερινή, σ’ έναν κόσμο αρνήσεων όπως αυτός που ζούμε το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η διαρκής αύξηση των προβλημάτων. Το δράμα αυτό που κορυφώνεται συχνά και φέρνει απόγνωση μαρτυρεί την έλλειψη πνευματικής ποιότητας στη ζωή, και πνευματικών ανθρώπων, που θα είναι ικανοί να δώσουν στα προβλήματα πνευματικές λύσεις. Αν μιλήσει κανείς για Εκκλησία, αγιότητα και αρετή, αμέσως ξεπετάγονται οι χλευαστές. Κι όμως έξω απ αυτά δεν υπάρχει λύση. Όσες λύσεις μπορούσαν να υποσχεθούν οι άνθρωποι τις δοκιμάσαμε. Μα ποιό το κέρδος; Αφήνουμε ανεκμετάλλευτο τον ωκεανό της θείας αγάπης και τρέχουμε να ξεδιψάσουμε στα έλη και τα τέλματα. Η Εκκλησία μας. μέσα στις διαστάσεις που την περιγράψαμε, περιμένει πάντα να μας προσφέρει την αγάπη της, να μας συνδέσει με την πηγή της θείας χάρης. Εμείς χρειάζεται μονάχα να το αποφασίσουμε.
πηγή: Βασίλειος Τ. Γιούλτσης, «Πνευματικότητα και κοινωνική ζωή», εκδ. Π. Πουρναρά –Θεσ/νἰκη, σ. 121-129

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Πως θα αποκτήσει το παιδί σας δημιουργική σκέψη;

Η δημιουργική σκέψη τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα συστηματικό αντικείμενο έρευνας στον χώρο της ψυχολογίας και της παιδαγωγικής. Η νοητική αυτή ικανότητα έχει σχέση με την εφευρετικότητα και την πρωτοτυπία της σκέψης, την λεγόμενη δηλαδή δημιουργικότητα του ατόμου. Η δημιουργική σκέψη στηρίζεται στην ικανότητα του ατόμου να χρησιμοποιεί ποικίλους τρόπους προσέγγισης ενός προβλήματος και να βρίσκει μεγάλο αριθμό ιδεών και λύσεων για κάθε πρόβλημα που το απασχολεί.
Κύρια χαρακτηριστικά των δημιουργικών ατόμων είναι τα εξής:
1) δείχνουν έντονη περιέργεια για τα πράγματα που συμβαίνουν γύρω τους
2) έχουν πολλές και ποικίλες ερωτήσεις και απορίες
3) αντιλαμβάνονται περισσότερο τις λεπτομέρειες, τη δομή, την πορεία και τις συνέπειες των φαινομένων
4)  έχουν αισιόδοξη διάθεση και πιστεύουν πως μπορούν να φέρουν σε πέρας οτιδήποτε προσπαθήσουν να δημιουργήσουν
5) παράγουν έργα που έχουν πρωτοτυπία και εκφραστικότητα
6) βρίσκουν νέες ιδέες και λύσεις ακόμη και για κοινά προβλήματα
7) επινοούν και κατασκευάζουν νέα μηχανικά μέσα
8) προσαρμόζονται εύκολα στις νέες καταστάσεις
9) αναλύουν το κοινώς παραδεκτό και πολλές φορές το αμφισβητούν
10) δημιουργούν εντελώς απροσδόκητα  πράγματα και δείχνουν ενδιαφέρον για τις εικαστικές τέχνες
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που  δυσκολεύονται  να εκφράσουν τη δημιουργική τους διάθεση για τους εξής λόγους:
•έχουν υπερβολικό άγχος μήπως κάνουν κάποιο λάθος
•είναι προσκολλημένοι στο κοινώς παραδεκτό
•έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη μόνο στη λογική  και στη μία και μοναδική λύση
•φοβούνται την αποτυχία και επιδιώκουν μόνο το ασφαλές
•έχουν έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους ότι μπορούν να βρουν και άλλες εναλλακτικές λύσεις
•δείχνουν αδιαφορία και αρνητική στάση για την αντιμετώπιση των καταστάσεων γύρω τους
•φοβούνται μήπως φανούν ανόητοι και γίνουν αντικείμενο χλευασμού των άλλων
Η δημιουργική σκέψη των παιδιών
Έρευνες για τη φύση και την ανάπτυξη της δημιουργικής σκέψης στα παιδιά έχουν  δείξει ότι κάποια παιδιά που έχουν υψηλό δείκτη νοημοσύνης δεν είναι συγχρόνως και δημιουργικά. Στις ίδιες έρευνες έχει επίσης διαπιστωθεί ότι ορισμένα δημιουργικά παιδιά δεν έχουν ούτε υψηλό δείκτη νοημοσύνης ούτε την ικανότητα να αναλύουν και να συνθέτουν έννοιες με λογικό τρόπο ώστε να βρίσκουν μία μόνο λύση, κάτι που αποτελεί βασική γνωστική διεργασία των σχολικών μαθημάτων. Αυτά λοιπόν τα δημιουργικά παιδιά βρίσκονται σε μειονεκτική θέση στο σημερινό σχολείο, γιατί ενώ παρουσιάζουν πολλές δυνατότητες για πρωτοτυπία και εφευρετικότητα και θα μπορούσαν να γίνουν ιδιαίτερα χαρισματικά και παραγωγικά άτομα στην ενήλικη ζωή τους, λόγω της αναμενόμενης χαμηλής σχολικής επίδοσης βρίσκονται στο περιθώριο της σχολικής ζωής.
Επίσης, έχει παρατηρηθεί  ότι στην περίοδο περίπου της Δ΄ τάξης του δημοτικού τα παιδιά παρουσιάζουν μία γενικότερη πτώση στις δημιουργικές τους δεξιότητες και στην εφευρετικότητά τους. Η κάμψη αυτή πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην διαδικασία της συμμόρφωσης των παιδιών προς συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς και σκέψης  που τους επιβάλλει το παραδοσιακό σχολείο, τρόποι που είναι μονοσήμαντοι, απλοί και στηρίζονται μόνο στην κοινή λογική.
Πάντως είναι ευρέως αποδεκτό  ότι η δημιουργική σκέψη αποτελεί μία σπουδαία νοητική ικανότητα η οποία με κατάλληλη άσκηση και αγωγή μπορεί να βελτιωθεί σε όλα τα παιδιά. Γι’ αυτό πρέπει να εφαρμόζονται ειδικά προγράμματα αγωγής της δημιουργικής σκέψης σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης που θα βοηθούν τα παιδιά να παράγουν πρωτότυπες και χρήσιμες ιδέες και να τις εφαρμόζουν στην πράξη τόσο στο σχολείο όσο και γενικότερα στην καθημερινή τους ζωή.
ΠΗΓΗ: ygeianews.gr

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου - Χρήστου Γιανναρά



     Ομιλία την 19η Μαΐου 2006, την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, στην πλατεία της Αγίας Σοφίας, στη Θεσσαλονίκη

                Συναχθήκαμε εδώ σήμερα να διαδηλώσουμε πιστότητα στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

Επιτρέψτε μου να υπογραμμίσω: Ημέρα μνήμης δεν σημαίνει ημέρα συναισθηματικής απλώς εκτόνωσης. Θρηνούμε τη δολοφονία 353.000 Ελλήνων από τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνάμεις του τουρκικού κράτους, στα πλαίσια κεντρικής πολιτικής απόφασης και μεθοδικά σχεδιασμένης στρατηγικής. Η οδύνη είναι ανεξάλειπτη και αφόρητη, αλλά μόνη η οδύνη μένει πάντοτε άγονη.

Έχει νόημα να διασώζουμε τη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, αν η εγρήγορσή μας είναι ιστορικά γόνιμη. Αν δηλαδή έχει έμπρακτες συνέπειες που εγγυώνται για το μέλλον τον αυτοσεβασμό μας και τη συλλογική μας αξιοπρέπεια. Τουλάχιστον, να μην συνεργήσουμε να απαλειφθούν από την πανανθρώπινη συνείδηση τα όρια ανάμεσα  στον πολιτισμό και στη βαρβαρότητα, στην ανθρωπιά και στην κτηνωδία.
Στον Πόντο άνθισε, για εικοσιοχτώ ολόκληρους αιώνες, ένας πολιτισμός- όχι η φυλή απλώς  ή το γένος των Ελλήνων. Ο ίδιος εκείνος πολιτισμός που κόμισε στην ανθρωπότητα την έκπληξη, για πρώτη φορά, της κριτικής σκέψης, δηλαδή τη βάση της επιστήμης και της έρευνας. Κόμισε, για πρώτη φορά, την εκδοχή της συλλογικότητας ως κοινού αθλήματος προκειμένου να «αληθεύει» ο βίος, του αθλήματος της πολιτικής. Δίχως αυτόν τον πολιτισμό η ζωή των ανθρώπων σήμερα, σε καθολική κλίμακα, θα ήταν άλλη. Η Γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού στοιχειοθετεί, πρωταρχικά, έγκλημα απέναντι σε έναν πολιτισμό με πανανθρώπινη εμβέλεια.

Δεν πρόκειται για μεγαλόστομη ρητορεία. Ο ξεριζωμός του Ελληνισμού από τον Πόντο, κοιτίδα πανάρχαιη του ανθρώπινου πολιτισμού, θα είχε σήμερα το ανάλογό του, αν εξαλείφονταν οι Γάλλοι από το Παρίσι, οι Βρετανοί από την Οξφόρδη, οι Γερμανοί από τη Χαϊδελβέργη- Τι θα σήμαινε ένα τέτοιο γεγονός για τη σύνολη ανθρωπότητα, έστω και χωρίς την κτηνωδία των απαγχονισμών, των βιασμών, των ανασκολοπισμών, των πυρπολήσεων; Πόντος χωρίς Ελληνισμό σημαίνει εξάλειψη και διακοπή της συνέχειας μιας πληθυσμιακής παρουσίας ταυτισμένης με πρόταση πολιτισμού που ενδιαφέρει πανανθρώπινα.

Τιμούμε τη μνήμη του μαρτυρικού ποντιακού Ελληνισμού  στο ποσοστό που διασώζουμε την επίγνωση της πρότασης πολιτισμού που ενσάρκωνε. Οι Έλληνες του Πόντου ήταν ζωντανό κατάλοιπο της οικουμενικής δυναμικής του Ελληνισμού προτού αυτή να υποταχθεί στον εθνικιστικό επαρχιωτισμό και αλλοτριωθεί σε βαλκανικό περιθώριο της Ευρώπης. Τότε, πριν από τους δυο παγκοσμίους πολέμους, ο Έλληνας, όπως  έγραψε ο Ελύτης «ανάσαινε ακόμα τον αέρα μίας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότια Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και, φυσικά, την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ως κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».

Και προσθέτει ο Ελύτης «Είναι, το ξέρω, δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι». Όμως, πρέπει να προσθέσουμε, αλλοίμονο αν πάψει το χρυσάφι να μετράει την ποιότητα της ζωής ακόμη και σε χρόνια μολυβένιου λήθαργου.

Ίσως σήμερα ένα παιδί που τελειώνει το ελληνικό σχολείο να αγνοεί ακόμα και το που βρίσκεται γεωγραφικά ο Πόντος, που η Τραπεζούντα, που η Σινώπη, η Κερασούντα, η Αμισός, η Αμάσεια, η Αργυρούπολη, η Οινόη, η Παναγία Σουμελά.

Να αγνοεί ότι εκεί ανθούσε επί αιώνες ένας γεμάτος σφρίγος Ελληνισμός και ότι έφτασε κάποια στιγμή που αποτέλεσε αυτόνομο ελληνικό κράτος.

Τουλάχιστον όμως να μην αγνοεί το σημερινό ελληνόπουλο ότι έξω από τα όρια του επαρχιώτικου ελλαδικού κρατισμού, ο ελληνισμός του Πόντου είχε κατορθώσει επιτεύγματα που σήμερα μόνο θαυμάζουμε οι κατά υπηκοότητα Έλληνες, όντας ανίκανοι να τα πραγματώσουμε. Ανυπέρβλητο επίτευγμα η από θέσεως ισχύος, και για αυτό δημιουργική, συνάντηση του ποντιακού (και γενικότερα του μικρασιατικού) ελληνισμού με τα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής Νεωτερικότητας. Λειτούργησε στις χαμένες αυτές κοιτίδες του Ελληνισμού η πανάρχαιη αφοβία των Ελλήνων να προσλαμβάνουν ο,τιδήποτε και οπουδήποτε χωρίς να υποτάσσονται στο πρόσλημμα. Αφομοίωναν στις δικές τους ανάγκες και στους δικούς τους στόχους θησαυρίσματα αλλότριων πολιτισμών- δεν αλλοτριώθηκε όμως τότε η ελληνική αυτοσυνειδησία και ετερότητα από τέτοιες προσλήψεις. Η αλλοτρίωση κυριάρχησε μόνο στο ελλαδικό κρατίδιο, όπου η ελληνικότητα βιώθηκε (και βιώνεται) σαν εξουθενωτική μειονεξία, αφού μία ξιπασμένη διανόηση πότισε (και ποτίζει) αυτό το λαό, ως το μεδούλι, με τη βεβαιότητα ότι είναι δεύτερος, καθυστερημένος, υπανάπτυκτος σε σύγκριση με τα «πεφωτισμένα και λελαμπρισμένα της εσπερίας έθνη».

Στον ποντιακό και μικρασιατικό Ελληνισμό- τουλάχιστον σε περιοχές από τις οποίες σώζονται τεκμηριωμένες μαρτυρίες- ήταν αδιανόητα στα ελληνικά δημοτικά σχολεία να μην υπάρχουν ειδικοί δάσκαλοι για τη μουσική και τα γαλλικά. Υπήρχαν ακόμη και γαλλόφωνες ελληνικές εφημερίδες, το δε θέατρο της Τραπεζούντας, όπως και αυτό της Σμύρνης, συναγωνιζόταν σε ποιότητα και επίπεδο τα θέατρα των πρωτευουσών της Ευρώπης. Κι όμως αυτός ο δημιουργικός εξευρωπαϊσμός δεν έφυγε στο παραμικρό την ελληνική πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την καύχηση για την ευγένεια και την αρχοντιά της ελληνικής καταγωγής. Σε εξόφθαλμη αντίθεση με τον ελλαδικό Ελληνισμό, όπου, κάθε βήμα εξευρωπαϊσμού σήμαινε κατά κανόνα μίμηση και πιθηκισμό της Εσπερίας, ταπεινωτική αλλοτρίωση και ανίατη μιζέρια μειονεξίας.

Θρηνούμε για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αλλά δεν υιοθετούμε το ρόλο του θύματος- θα ήταν η εύκολη λύση φυγής από τις ιστορικές προκλήσεις. Κάθε ετήσια σύναξη στη μνήμη του ποντιακού ολοκαυτώματος οφείλει να διαδηλώνει ανυποχώρητη εμμονή στην αυτοσυνείδητη ελληνικότητα που σάρκωσε ο ποντιακός Ελληνισμός. Ελληνικότητα όχι συναισθηματική, ιδεολογική και ρητορική.  Όχι φτήνια δημαγωγίας και εθνικιστικής καπηλείας. Εμμονή στην ταυτότητα πολιτισμού των Ελλήνων. Δηλαδή, στη διαχρονική ενότητα της ελληνικής γλώσσας. Στην πρωτογενή ελληνική ταυτότητα της πολιτικής ως κοινού αθλήματος σχέσεων κοινωνίας. Στην ελληνική εμμονή σε μεταφυσικό άξονα νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης, στη βεβαιότητα ότι το κατόρθωμα της δημοκρατίας είναι ανέφικτο χωρίς έμπρακτο σέβας του «ιερού»- δεν γίνεται δημοκρατία χωρίς Παρθενώνα και Αγία Σοφία.

Ο ποντιακός Ελληνισμός μας κατέλειπε μέτρα αρχοντιάς, αριστοκρατίας του ήθους- τα ψηλαφούμε τα μέτρα ακόμη και σε μόνη την αυτοκυριαρχημένη ευγένεια των ποντιακών χορών. Τελώντας ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας, αυτή την αρχοντιά θέλουμε να σώζουμε ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Αρκετά πια γευθήκαμε την πίκρα και την ταπείνωση μιας ελλαδικής εξωτερικής πολιτικής που προκλητικά παραθεωρεί την αξιοπρέπεια του ελληνικού ονόματος και τις βιωματικές ιστορικές μας μνήμες. Βδελυσσόμαστε τους εθνικιστικούς φανατισμούς, τη μισαλλοδοξία, είμαστε έτοιμοι (και μάλιστα με αφελέστατες συχνά υπερβολές) να συγχωρέσουμε τους αυτουργούς της γενοκτονίας, να συνυπάρξουμε με τον γείτονα λαό ειρηνικά. Αλλά είναι ανυπόφορη οδύνη αυτή η ευγένεια του λαϊκού αισθήματος να μεταφράζεται από τις πολιτικές ηγεσίες σε εξωτερική πολιτική αναξιοπρέπειας και ραγιαδισμού.

Δήλωσε μόλις προ ημερών ο πρωθυπουργός της γείτονος χώρας ότι η ανέγερση στην Ελλάδα μνημείου για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου προσκρούει στην ευαισθησία του τουρκικού λαού. Και, για άλλη μία φορά, δεν ακούσαμε από ελληνικά χείλη ούτε μία λέξη νηφάλιας και ευγενικής, αλλά με αξιοπρέπεια και αυτοσεβασμό, απάντησης. Σε μέρα όπως η σημερινή μνήμης και οδύνης για το φρικιαστικό ολοκαύτωμα, την εξόντωση 353.000 Ελλήνων του Πόντου και τον Ξεριζωμό από την πατρώα γη άλλων 500.000 καταδικασμένων στην εξαθλίωση της προσφυγιάς, το νόημα αυτής εδώ της σύναξης δεν μπορεί να είναι παρά μόνο μία ρεαλιστική πολιτική δέσμευση. Ότι θα αποδοκιμάζουμε πάντοτε με την ψήφο μας κάθε πολιτική ηγεσία, οποιασδήποτε επίπλαστης ή πραγματικής ιδεολογικής απόχρωσης, που επιδεικτικά παραγνωρίζει την ευαισθησία του λαού μας για τη Γενοκτονία του ποντιακού και του μικρασιατικού Ελληνισμού.

Δεν είναι νοητό να ανεχόμαστε μία εξωτερική πολιτική που ή χορεύει ζεϊμπέκικο ή κουμπαριάζει με την αμετανόητη και θρασύτατη στις απαιτήσεις της ηγεσία ενός λαού που μόνο καυχάται για τα φρικώδη εγκλήματα των πατέρων του. Σχέσεις καλής γειτονίας, ναι, φιλία και συνεργασία όπου είναι εφικτή, επίσης. Αλλά, επιτέλους, στη σοβαρή αυστηρότητα και στα αγέλαστα πρόσωπα των ηγετών της γείτονος ας πάψουν οι Έλληνες πολιτικοί να αντιπροσφέρουν πληθωρικές εγκαρδιότητες, χασκογελάκια και φιλοφροσύνες της ανάγκης του ραγιά να είναι αρεστός στον αφέντη. Πιθανόν να είναι η Υπερδύναμη που επιτάσσει την άνευ όρων και χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα υπερψήφιση της εισόδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός ασιατικού λαού εφιαλτικής υπανάπτυξης. Αλλά είναι και αποδεδειγμένο στη διεθνή πρακτική ότι ένα κράτος που μόνο υποτάσσεται στις επιταγές των ισχυρών χωρίς σθένος και ραχοκοκαλιά ιστορικής και πολιτιστικής αυτοσυνειδησίας απωθείται στο περιθώριο των διεθνών σχέσεων, περιφρονημένο από  όλους και ανυπόληπτο.

Από τη μία μεριά καθημερινές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και της θαλάσσιας ελληνικής επικράτειας, ωμές προκλήσεις στη Θράκη και στις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλυσιδωτή συνέχεια των εγκλημάτων εθνοκάθαρσης από τον Πόντο στη Μικρασία, και μετά στην Ίμβρο, στην Τένεδο, στην Κωνσταντινούπολη, στη Βόρεια Κύπρο. Και από την άλλη μεριά η ελληνική κοινωνία να ζει, χρόνια τώρα, την απροκάλυπτη ιδεολογική τρομοκρατία που της ασκεί μια συντεχνιακή διανόηση δήθεν «Αριστεράς και δήθεν «προόδου», στο όνομα ενός εκσυγχρονιστικού  τάχα διεθνισμού.

Κατάλοιπο αντανακλαστικών του κάποτε μαρξιστικού διεθνισμού, ο εκσυγχρονισμός σήμερα διεθνισμός χλευάζει σαν σκοταδισμό και αναχρονισμό κάθε αίσθηση πατρίδας, κάθε αναφορά σε παράδοση και πολιτισμό των Ελλήνων. Ερμηνεύει την τουρκική επιθετικότητα σαν περίπου αυτονόητη αντίδραση στον ελληνικό, όπως λένε, εθνικισμό, στην ψυχοπαθολογική φοβία των Ελλήνων και στο φάντασμα της καχυποψίας μας- τον «εξ Ανατολών κίνδυνο», φάντασμα που το γεννάει, λένε, ο πολεμοκάπηλος εθνοκεντρισμός μας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας όσοι τολμούν να ψελλίσουν οδύνη για τον μεθοδικό πνιγμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη, τη συνεχιζόμενη δηλαδή εθνοκάθαρση, ή για τον συστηματικό αφανισμό των μνημείων ελληνικής συνέχειας στην κατεχόμενη Κύπρο, όσοι προβάλλουν αντίρρηση για την ανεξέλεγκτη δράση και τις ωμές προκλήσεις του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή ή για την ψηφοθηρική εκμετάλλευση της εκεί μουσουλμανικής μειονότητας από κομματάρχες και πολιτευτές, διασύρονται στα πρωτοσέλιδα των  «προοδευτικών» εφημερίδων σαν «ελληναράδες», εθνοκάπηλοι, ρατσιστές.

Τελώντας αυτή την ετήσια σύναξη στη μνήμη της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου δίνουμε νόημα στην εθιμική τελετή μόνον αν θελήσουμε να λειτουργήσει ως εύτολμο πολιτικό αίτημα. Ως απαίτηση να σεβαστεί η επαγγελματική πολιτική τις ευαισθησίες της ελληνικής κοινωνίας. Να πάψουμε να ντρεπόμαστε οι Έλληνες για την άχρωμη, άοσμη και άγευστη από Ιστορία και πολιτισμό εξωτερική μας  πολιτική. Όχι μόνο οι ενέργειες, αλλά και ο λόγος ο πολιτικός να απηχεί τον αυτοσεβασμό και την αξιοπρέπεια των Ελλήνων. Να εργασθεί με σοβαρότητα το Ελληνικό Κοινοβούλιο ώστε να πληθύνει ο αριθμός των χωρών που θα αναγνωρίσουν με επίσημες πράξεις τη γενοκτονία του ποντιακού Ελληνισμού. Να είναι η Γενοκτονία, ο αφανισμός της εξωελλαδικής οικουμενικής ελληνικότητας, άξονας σύνεσης αλλά και τόλμης της εξωτερικής πολιτικής.

Δύσκολο να αξιολογείς το σημερινό μολύβι σαν χθεσινό χρυσάφι. Στη σημερινή μέρα, κατά συμβολική σύμπτωση, ο ρυθμός της Ελλάδας, καθορισμένος στανικά από τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια συντονίζεται μόνο με την καφρική ευτέλεια του αυριανού διαγωνισμού της Eurovision. Και εμείς εδώ επιμένουμε να τελούμε μνημόσυνο της  χαμένης αρχοντιάς και ευγένειας των Ελλήνων του Πόντου.

Μοναδική μας ελπίδα ο λόγος του Μακρυγιάννη:

«Ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

Γι'  αυτή τη μαγιά η αποψινή τελετή μας.
                                                                                                  Χρήστος Γιανναράς,
                                                            Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών
πηγή : www.pontos-genoktonia.gr

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Π.Κονδύλης – Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους



Γραμμένο το 1992, όμως πολύ αληθινό και επίκαιρο…
Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.
Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα.
Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων.
Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμμιά προστασία και καμμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά οποίον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα ? αν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.
Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι.
Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.
Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων. Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.
Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980, ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά. Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων. Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιες μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ? βαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.
Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει. Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις. Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.
Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη, είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.
Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση, οι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει. Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.
(…)
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com

Η ψυχολογία του φασίστα – Του Βασίλη Ραφαηλίδη



Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε το Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν το Μουσολίνι, όπως και ο Γερμανοί που αγάπησαν το Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν το Φράνκο. Ο φασισμός είναι λαϊκισμός- και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ’ ουσίαν.
Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός από το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοί του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα.
Άλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ’ το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητά του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη ουρλιάζουν “ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας”! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ’ τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην “ανώτερη τάξη”.
Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην “ανώτερη τάξη”. Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται το δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην “ανώτερη τάξη”.
Το Φολκσβάγκεν ( το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και να αλέθει, θα δώσει και στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο το διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και από τα δεξιά και από τ’ αριστερά.
Κάτω απ’ αυτές τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ’ τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς.
Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ’ αυτή των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σαν λαϊκή γιορτή.”
Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου.
(Κεφάλαιο 15. Ο ελληνοϊταλικός Πόλεμος (της Αλβανίας) σελ. 153-154)
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com