Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2012

Μπέγζος Μάριος Η κοινωνική παρενέργεια της θρησκείας σήμερα





 
 
Η πρωτόγνωρη λέξη «φονταμενταλισμός» είναι ελληνική μεταγραφή του αγγλικού όρου fundamentalism (από το λατινικό fundamentum: θεμέλιο). Αποδίδεται ως «θεμελιωτισμός» ή «θεμελιοκρατία» και σημαίνει την επιστροφή στα «θεμέλια» μιας παράδοσης του παρελθόντος, την εμμονή στα «θεμελιώδη» άρθρα πίστης και τη μαχητική προάσπιση των «θεμελιακών» στοιχείων κάποιας θρησκευτικής κληρονομιάς.
Φονταμενταλισμός είναι ο μαχητικός θρησκευτικός συντηρητισμός. Τρία χαρακτηριστικά στοιχεία του είναι η συντηρητικότητα, η θρησκευτικότητα και η μαχητικότητα.
Πρώτιστο ιδίωμα παραμένει ο συντηρητισμός, που διαφοροποιεί τον φονταμενταλισμό από τον εκσυγχρονισμό, τον αντιπαραθέτει με τον φιλελευθερισμό ή τον σοσιαλισμό και τον αντιδιαστέλλει με τον διαφωτισμό, με τον ορθολογισμό και τον ατομικισμό της νεωτερικότητας. Η συντήρηση της παράδοσης των «θεμελίων» χωρίς ανανέωση και δίχως προσαρμογή, η πιστή κατά γράμμα ερμηνεία και η τυφλή τυποποιημένη εφαρμογή των επιταγών της κληρονομιάς του παρελθόντος μαζί με την αντιπαράθεση σε καθετί νεωτερικό, σύγχρονο, μοντέρνο, δυτικό (ευρωπαϊκό ή αμερικανικό) συνιστούν τον πυρήνα του φονταμενταλιστικού κινήματος.
Η θρησκευτικότητα χρωματίζει τον φονταμενταλισμό αποφασιστικά και καθορίζει τον συντηρητισμό του. Χάρη στη βασική εμπειρία της ενότητας που διακρίνει κάθε θρησκεία τόσο στον χώρο όσο και μέσα στον χρόνο ιδρύοντας την κοινωνία (οριζόντια ενότητα των ομοδόξων μέσα στον χώρο) και γεννώντας την ιστορία (κατακόρυφη ενότητα των ομοφρόνων μέσα στον χρόνο), η συντήρηση των «θεμελίων» επικυρώνεται μεταφυσικά και επεκτείνεται από τον θολό πυθμένα κάποιου παρελθόντος «χρυσού αιώνα» στον απλησίαστο ορίζοντα ενός μελλοντικού «παραδείσου». Η θρησκεία λειτουργεί σαν το «τσιμέντο» της συντήρησης, ως το ανθεκτικότερο συνεκτικό υλικό των «θεμελίων» της παράδοσης που υποτάσσει το κοσμικό (κράτος, κοινωνία, οικονομία) στο θρησκευτικό και υποτάσσει το ιδιωτικό (προσωπική ζωή του ατόμου) στο δημόσιο (θρησκευτικός κώδικας ηθικών αξιών, «ιερός νόμος»).
Η μαχητικότητα είναι το τρίτο στη σειρά, αλλά πρώτο σε εντυπωσιασμό στοιχείο του φονταμενταλισμού. Η βία στη διακονία του ιερού εν ονόματι της συντήρησης είναι που συνοψίζει το φονταμενταλιστικό κίνημα άριστα. Προσφυγή στα όπλα, αιματοχυσίες και εκατόμβες, ακρωτηριασμοί τιμωρίας και παραδειγματικές εκτελέσεις, πογκρόμ και γκέτο, φυλετικές διακρίσεις και σεξιστικοί διαχωρισμοί, εθνοκάθαρση και τρομοκρατία βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη των φονταμενταλιστών όλου του κόσμου, κάθε εποχής.
Κάθε θρησκευτική κληρονομιά έχει να παρουσιάσει κρούσματα φονταμενταλισμού. Δυστυχώς δεν υπήρξε αναίμακτη θρησκεία ως σήμερα, όπως επίσης δεν εμφανίσθηκε ποτέ αναίμακτη επανάσταση, ειρηνική εξέγερση ή «βελούδινη» ανταρσία.
Η πολιτική σκοπιμότητα και η ειδησεογραφική προχειρότητα σε μερικές περιπτώσεις δημιούργησαν την εσφαλμένη εντύπωση πως δήθεν μόνον το Ισλάμ ταυτίζεται με τον φονταμενταλισμό, ενώ η αδιάψευστη ιστορική πραγματικότητα είναι ότι κάθε θρησκεία διαβρώνεται από τον φονταμενταλιστικό ιό, ακόμη και τα ινδικά θρησκεύματα που δεν υστερούν σε βίαιες αναμετρήσεις δολοφονώντας μέλη της οικογενείας Γκάντι «δι' ασήμαντον αφορμήν».
Η σχέση της θρησκείας με τον φονταμενταλισμό είναι σαν τη σχέση της ενέργειας με την παρενέργεια ή του προϊόντος και του υποπροϊόντος. Οπως κάθε φάρμακο έχει ενδείξεις και αντενδείξεις, έτσι και η θρησκεία ως φαινόμενο της Ιστορίας, της κοινωνίας και του πολιτισμού αντανακλά το περιβάλλον της και αναπαράγει τον περίγυρό της άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο.
Ο φονταμενταλισμός είναι η θρησκευτική αναπαραγωγή της κοινωνίας προς το χειρότερο, κατιτί σαν καρκίνωμα της Ιστορίας και παράσιτο του πολιτισμού.
Η ίδια η θρησκεία μπορεί να παράγει το αντίδοτο κατά του φονταμενταλισμού, εάν και όταν η φωτισμένη θεολογία και η υπεύθυνη ιεραρχία ερμηνεύσουν τις επιταγές της παράδοσης κατά το πνεύμα που ζωοποιεί και όχι κατά το γράμμα που σκοτώνει, εφαρμόζοντας με τρόπο φιλάνθρωπο και όχι απάνθρωπο ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για τη συνοχή της κοινωνίας σε έναν χώρο παγκοσμιοποιημένο πλανητικά και σε έναν ιστορικό χρόνο με προοπτική μελλοντολογική κι όχι παρελθοντολογική.
Εάν επιβίωση σημαίνει συμβίωση και εφόσον ο λόγος είναι διάλογος, ποτέ μονόλογος ούτε αντίλογος, τότε η θρησκεία έχει κοινωνικό συμφέρον και ιστορικό ενδιαφέρον να φανεί τίμια με τον εαυτό της ως δύναμη που ενώνει αντί να χωρίζει. Πρώτιστο μέλημα κάθε θρησκευτικής παρουσίας σήμερα είναι η παραγωγή θεολογικών αντιδότων κατά του φονταμενταλισμού για το καλό όλων μας. Αλλιώτικα θα αποβληθούν τα προϊόντα μαζί με τα υποπροϊόντα και μάλιστα εξαιτίας αυτών των τελευταίων…

Ο κ. Μάριος Μπέγζος είναι κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου των Αθηνών.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Η τιμή αλλά και η ευθύνη της ιεροσύνης, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.


'...επαγωνιζεσθαι τη απαξ παραδοθειση τοις αγιοις πιστει...'' (Ιούδας 3)

ΤΡΊΤΗ, 7 ΑΥΓΟΎΣΤΟΥ 2012


Η τιμή αλλά και η ευθύνη της ιεροσύνης, κατά τον ιερό Χρυσόστομο.
«Όλα να τα κάμνωμεν, ώστε να ημπορέσωμεν να έχωμεν πλησίον μας το άγιο Πνεύμα, και να τιμώμεν πάρα πολύ εκείνους που ορίσθησαν να μεταδίδουν την ενέργειαν αυτού, διότι είναι μεγάλη η αξία των ιερέων.‘’Ων αν αφήτε’’, λέγει, ‘’αφέωνται αι αμαρτίαι’’. Δια τούτο και ο Παύλος έλεγε,‘’Πείθεσθαι τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε’’, και να τους τιμάτε πάρα πολύ.Διότι συ μεν φροντίζεις δια τα ιδικά σου, και αν τα τακτοποιήσης αυτά καλώς, δεν είσαι καθόλου υπεύθυνος για τους άλλους, ο ιερεύς όμως και αν ακόμη τακτοποιήση καλώς τον ιδικόν του βίον, δεν δείξει όμως την πρέπουσαν φροντίδα δια σένα ή δι’ όλα τα μέλη του ποιμνίου του, θα οδηγηθή μαζί με τους πονηρούς εις την γέενναν και πολλές φορές χωρίς να προδίδεται από τους ιδικούς του, οδηγείται εις την καταστροφήν από σας, αν δεν ρυθμίσει καλώς όλα εκείνα που έχουν σχέσιν με αυτόν. Γνωρίζοντας λοιπόν το μέγεθος του κινδύνου, να αποδίδετε εις αυτούς πολλήν συμπάθειαν, πράγμα που και ο Παύλος υπηνίχθη, λέγων, ότι ‘’αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών’’, και όχι απλώς αγρυπνούν, αλλά ‘’ως λόγον αποδώσοντες’’, δια τούτο πρέπει αυτοί να απολαύουν πολλής τιμής. Εάν όμως μαζί με τους άλλους ενεργήτε και σεις εναντίον των, τότε ούτε και σεις θα ευρίσκεσθε εις καλήν κατάστασιν· διότι εν όσω ο κυβερνήτης ευρίσκεται εις κατάστασιν ευθυμίας, θα ευρίσκωνται και οι επιβάται εις ασφάλειαν, αν όμως τον περιφρονούν εκείνοι  και κρατούν στάσιν εχθρικήν εναντίον του και έτσι τον ταλαιπωρούν. Τότε ούτε και να επαγρυπνήση ημπορεί καθ’ όμοιον τρόπον, ούτε να ασκήση καλώς το έργον του και χωρίς να το θέλη περιβάλλη αυτούς με άπειρα κακά. Έτσι και ο ιερεύς, αν μεν απολαύη της τιμής εκ μέρους σας, θα ημπορέση να τακτοποιήση και τα ιδικά σας θέματα καλώς, αν όμως τους στενοχωρήτε, εξασθενούντες την δύναμίν των, θα τους καταστήσετε μαζί με σας ευκολοπροσβλήτους εις τα κύματα και αν ακόμη είναι πάρα πολύ γενναίοι.


Σκέψου τι λέει ο Χριστός περί των Ιουδαίων· ‘’Επί της Μωυσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισσαίοι. Πάντα ουν, όσα λέγουσιν υμίν ποιείν, ποιείτε’’. Τώρα όμως δεν ημπορούμεν να ειπούμεν, ‘’Επί της Μωυσέως καθέδρας εκάθισαν οι ιερείς’’, αλλά εις την έδραν του Χριστού, διότι ανέλαβον την συνέχειαν της διδασκαλίας εκείνου. Δια τούτο και ο Παύλος λέγη· ‘’Υπέρ Χριστού πρεσβεύομεν, ως του Θεού παρακαλούντος δι’ ημών’’. Δεν βλέπετε που όλοι υποτάσσονται εις τους κοσμικούς άρχοντας, και εκείνοι ακόμη που είναι πολλές φορές ανώτεροι από εκείνους που τους δικάζουν και ως προς την καταγωγήν και ως προς τον βίον και ως προς την σύνεσιν; Αλλά όμως χάριν εκείνου που διώρισεν αυτούς δεν σκέπτονται τίποτα από αυτά, αλλά σέβονται την απόφασιν του βασιλέως, οποιοσδήποτε και αν είναι εκείνος που έλαβε την εξουσίαν. Έπειτα, έαν ο άνθρωπος διορίση κάποιον, υπάρχει τόσος πολύς φόβος, την στιγμή όμως που χειροτονεί ο Θεός και περιφρονούμεν τον χειροτονούμενον και τον υβρίζομεν και τον περιλούζομεν με άπειρα κακά, και ενώ ελάβομεν την απαγόρευσιν να κρίνομεν τους αδελφούς μας, ακονούμεν την γλώσσαν μας εναντίον των ιερέων. Και πως αυτά είναι άξια απολογίας, όταν την μεν δοκόν εις τον οφθαλμόν μας δεν την βλέπωμεν, ενώ το καρφί του άλλου το περιεργαζόμεθα με όλην την κακίαν μας; Δεν γνωρίζεις ότι καθιστάς φοβερώτερον το δικαστήριον εναντίον σου, δικάζων με αυτόν τον τρόπον;

Και αυτά τα λέγω όχι επιδοκιμάζων εκείνους που ασκούν ανάξια την ιεροσύνην, αλλά και ευσπλαχνιζόμενος αυτούς πάρα πολύ και δακρύζων δι’ αυτούς· δεν λέγω όμως ότι είναι δίκαιον δι’ αυτό να κρίνωνται από τους αρχομένους και μάλιστα από τους πάρα πολύ αφελείς, διότι και αν ακόμη ο βίος αυτών είναι πάρα πολύ διεφθαρμένος, συ όμως έαν προσέχης τον εαυτόν σου, δεν θα ζημιωθής ως προς τίποτε σχετικά με εκείνα που παρεδόθησαν εις αυτόν από τον Θεόν· διότι, εάν έκαμε την όνον να ομιλήση και εχάρισε μέσω του μάντεως πνευματικάς ευλογίας και ενήργησε χάριν των Ιουδαίων που εξέκλινον με το ανόητον στόμα και την ακάθαρτον γλώσσαν του Βαλαάμ, πολύ περισσότερο δια σας που είσθε ευγνώμονες απέναντί του, και αν ακόμη οι ιερείς είναι πάρα πολύ φαύλοι, θα κάμη όλα εκείνα που θέλει και θα στείλει το Άγιον Πνεύμα· διότι ούτε ο καθαρός προσελκύει το Πνεύμα εξ αιτίας της καθαρότητός του, αλλά η χάρις είναι εκείνη που επιτελεί το παν· διότι λέγει·‘’Πάντα δι’ υμάς, είτε Παύλος, είτε Απολλώς, είτε Κηφάς’’διότι εκείνα που έλαβε ο ιερεύς, μόνον ο Θεός ημπορεί να τα δωρήση, και όπου και αν φθάση η ανθρώπινη φιλοσοφία, θα φανή κατωτέρα από εκείνην την χάριν.

Και αυτά τα λέγω, όχι δια να περνούμεν την ζωήν μας με ραθυμίαν, αλλά δια να μη επισωρεύετε πολλές φορές κακά εναντίον του εαυτού σας σεις οι αρχόμενοι, όταν μερικοί από τους προϊσταμένους σας δείχνουν ραθυμίαν. Και διατί λέγω τους ιερείς; Ούτε άγγελος, ούτε αρχάγγελος ημπορεί να κάμη κάτι σχετικά με εκείνα που δίδονται από τον Θεόν, αλλά τα πάντα γίνονται από τον Πατέρα, τον Υιόν, και το Άγιον Πνεύμα. Ο δε ιερεύς δανείζει την γλώσσαν του και δίδει το χέρι του· καθόσον δεν θα ήτο δίκαιον εξ αιτίας της κακίας του άλλου να παραβλάπτωνται εκείνοι που προσέρχονται με πίστιν εις τα σύμβολα της σωτηρίας μας».

(Απόσπασμα από την 86η ομιλία εις το ευαγγέλιο του Ιωάννη, έργα αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ΕΠΕ, 14).

Ο ρόλος της ελληνικής ελίτ στη διαμόρφωση της σημερινής Ελλάδας



money tenderness της Δήμητρας Ερμείδου
Αναμφισβήτητα η χώρα περνάει βαθιά κρίση. Αυτή η κρίση είναι βέβαια συνέπεια της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης και η Ελλάδα χτυπάται αδικαιολόγητα σκληρά, δεν παύει όμως να αποτελεί τον πιο αδύναμο κρίκο ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικογένειας. Μια τεράστια δημόσια αντιπαράθεση έχει ξεσπάσει σχετικά με τους πραγματικούς υπαίτιους της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η χώρα. Έκτος από τις κοινωνικές ομάδες που στοχοποιούνται ανά περιόδους, δημόσιοι υπάλληλοι, κλειστά επαγγέλματα, επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες που φοροδιαφεύγουν, μια μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει στη χώρα με αφορμή τη φράση του Θεόδωρου Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε» σχετικά με τον υπαίτιο της ελληνικής κρίσης. Φταίνε οι πολιτικοί ή οι πολίτες;
Πολλές απόψεις έχουν εκφραστεί υποστηρίζοντας τη μια ή την άλλη πρόταση, ακόμα και μετριοπαθείς απόψεις που τίθενται στη μέση και υποστηρίζουν ότι και οι δύο πλευρές φέρουν τμήμα της ευθύνης. Αυτή η συζήτηση όμως είναι αποπροσανατολιστική. Δεν είναι οι πολίτες ούτε οι πολιτικοί αυτοί που αποφασίζουν για την κατεύθυνση που θα κινηθεί ή χώρα ούτε αυτοί που παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις. Ποιος είναι λοιπόν καθοδηγεί μια χώρα; Η απάντηση είναι η οικονομική ελίτ της.
Οι πολιτική ελίτ μιας χώρας είναι εκ φύσεώς της καθοδηγούμενη. Δεν έχει κάποια πραγματική εξουσία. Η εξουσία της δίνεται από το λαό μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Ο δε λαός κάνει τις επιλογές του βασιζόμενος στην πληροφόρηση που αντλεί από τα ΜΜΕ, τα οποία ανήκουν στην οικονομική ελίτ. Η δε πολιτική ελίτ διεξάγει την προεκλογική της εκστρατεία με χρηματοδότηση που τους παρέχει και πάλι η οικονομική ελίτ.
Η οικονομική ελίτ λοιπόν κάθε χώρας είναι αυτή που έχει την πραγματική δύναμη στα χέρια της. Για ποιό λόγο λοιπόν οι οικονομικές ελίτ άλλων ευρωπαϊκών χωρών έχουν απαιτήσει από τις κυβερνήσεις των χωρών τους οργανωμένα κράτη, ενώ κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί στην Ελλάδα;
Η απάντηση έχει να κάνει πιστεύω κυρίως με τον κλάδο της οικονομίας που έχει αναπτυχθεί σε κάθε χώρα. Η δυτική Ευρώπη είχε ανέκαθεν ανεπτυγμένη βιομηχανική παραγωγή. Η οικονομική ελίτ της που είχε κάνει επενδύσεις στη χώρα απαίτησε διαχρονικά από το κράτος την ανάπτυξη υποδομών που θα δρούσαν συνεργατικά με τις επενδύσεις τους. Εκτεταμένα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα για τη μεταφορά των προϊόντων που παράγουν, ισχυρό σύστημα εκπαίδευσης που θα παρέχει εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό για τις βιομηχανίες τους, σύστημα υγείας για να προστατεύεται η υγεία των εργαζομένων, ακόμα και αξιόπιστο σύστημα μέσων μαζικής μεταφοράς που θα εξασφαλίζει ότι οι εργαζόμενοί τους δε θα εκνευρίζονται πριν ακόμη φτάσουν στη δουλειά τους.
Για να υπάρχουν δε πόροι για τα παραπάνω απαίτησαν την οργάνωση ενός αξιόπιστου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος θα μπορεί να εισπράττει φόρους από τους πολίτες χωρίς να τους κάνει να νιώθουν αδικημένοι.
Γιατί όμως η ελληνική οικονομική ελίτ δεν απαίτησε ανάλογα πράγματα από το ελληνικό κράτος; Η απάντηση έχει να κάνει με τις γεωπολιτικές συνθήκες που επικράτησαν στη χώρα κατά την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης και το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθήθηκε.
Την εποχή που στη δυτική Ευρώπη λάμβανε χώρα η βιομηχανική επανάσταση η Ελλάδα βρισκόταν σε μια κατάσταση αβεβαιότητας. Η Οθωμανική αυτοκρατορία παρέπαιε και ένα νέο κράτος γεννιόταν. Κάνεις δεν μπορούσε να γνωρίζει αν θα επιβίωνε ή ακόμα και αν επιβίωνε κάνει δε μπορούσε να ξέρει καν τα σύνορά του, τα οποία μεταβάλλονταν κάθε λίγα χρόνια. Η ελληνική αστική τάξη δεν ήξερε με ποιον να συνδιαλλαγεί για να πάρει αυτά που ήθελε αφού δεν υπήρχε κυβέρνηση η οποία θα μπορούσε να της εξασφαλίσει μια μακροχρόνια συνεργασία.
Μοιραία λοιπόν η ελληνική οικονομική ελίτ αναγκάστηκε να ακολουθήσει μια ευέλικτη στάση κρατώντας τα συμφέροντά της κινητά. Στράφηκε λοιπόν στη θάλασσα. Οι επενδύσεις στην ανάπτυξη ισχυρού εμπορικού στόλου ήταν για την ελληνική ελίτ πολύ ασφαλείς. Μπορούσαν να κρατήσουν μια απόσταση από το σουλτάνο και την τουρκική γραφειοκρατική μηχανή κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, ενώ κατά τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης μπορούσαν να αποσύρουν με σχετική ευκολία το στόλο τους για να αποφύγουν τις μικρές εθνικές καταστροφές και τους πόλεμους. Αυτό δε σημαίνει ότι ένας εμπορικός στόλος δεν έχει απώλειες κατά τη διάρκεια ενός πόλεμου. Μπορεί όμως να προφυλαχθεί με πολύ μεγαλύτερη ευκολία από ένα εργοστάσιο. Επιπρόσθετα ο στόλος αυτός δεν είναι καν απαραίτητο να χρησιμοποιεί ελληνικά λιμάνια. Μπορεί να εκτελεί μεταφορές στο εξωτερικό.
Η ελληνική οικονομική ελίτ λοιπόν βρήκε τρόπο να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από το ελληνικό κράτος. Στα πρώτα της βήματα δεν μπορούσε να βασιστεί πάνω του και σταδιακά δεν της ήταν καν απαραίτητο. Φτάσαμε λοιπόν σήμερα το πιο ισχυρό τμήμα της ελληνικής οικονομίας, η ναυτιλία, να μην προσφέρει τίποτε στον τόπο. Οι Έλληνες εφοπλιστές στην πλειοψηφία τους έχουν έδρα το Λονδίνο, διατηρώντας μόνο κάποια γραφεία στον Πειραιά και τις βίλες τους στα ελληνικά νησιά. Ο στόλος τους είναι υπό ξένες σημαίες, το προσωπικό που απασχολούν πλην ελαχίστων υψηλόβαθμων στελεχών είναι ξένοι ενώ ναυπηγούν και επισκευάζουν τα πλοία τους στην ανατολική Ασία.
Η ελληνική οικονομική ελίτ λοιπόν δεν είχε λοιπόν ποτέ κανένα λόγο να απαιτήσει ένα σοβαρό και οργανωμένο κράτος επειδή ποτέ δε δραστηριοποιούνταν στη χώρα. Δεν είχε στην ουσία ποτέ της ανάγκη το κράτος όπως το είχαν ανάγκη σε κάποια τουλάχιστον περίοδο οι δυτικοευρωπαϊκές οικονομικές ελίτ.
Έχουμε ξεμείνει λοιπόν στη χώρα με καιροσκόπους εργολάβους του δημοσίου και βαρόνους των ΜΜΕ, κατά κανόνα τα ίδια πρόσωπα. Να ξεκαθαρίσουμε βεβαίως ότι αυτού του είδους η επιχειρηματικότητα υπάρχει και σε προηγμένες και οργανωμένες χώρες. Απλώς εκεί υπάρχει και το αντίβαρο. Επιχειρηματίες και βιομήχανοι που πιέζουν έτσι ώστε να χρήματα των φορολογούμενων να πιάνουν τόπο για να επωφελούνται οι βιομηχανίες τους. Στην Ελλάδα που αυτό το αντίβαρο έχει μεταναστεύσει από τη χώρα προ πόλου και μας έχει μείνει μόνο η κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα που περισσότερο βαρίδιο αποτελεί, παρά πόλο ανάπτυξης για τη χώρα.

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου στο Νέο Σχολείο: μια προωθημένη πρόταση «στον καιρό του αλλόκοτου φόβου...»[i]



                                            «Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται για να' ρθουν»[ii]

Tου Χριστόφορου Γ. Παπασωτηρόπουλου*
 

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών των Θρησκευτικών αποτελεί για κάθε καλόπιστο και συνειδητοποιημένο δάσκαλο ένα σημαντικό άλμα για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Α/θμια και τη Β/θμια Εκπαίδευση. Οι λόγοι  είναι οι εξής:


® Έχει αξιοποιήσει πορίσματα νεότερων εκπαιδευτικών ερευνών, διεθνή εμπειρία σε επίπεδο εφαρμογής αλλά και σύγχρονη βιβλιογραφία σχετικά με το μάθημα των θρησκευτικών (στο εξής μτΘ ) αλλά και γενικότερα με τη σύγχρονη θρησκευτική Εκπαίδευση και Παιδαγωγική.
® Έχει λάβει υπόψη του όλα τα αναλυτικά προγράμματα που μέχρι τώρα έχουν συνταχθεί, τα ΔΕΠΠΣ-ΑΠΣ και τα νεότερα σχολικά βιβλία του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Με αυτή την έννοια, αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων προσπαθειών επιχειρώντας να αξιοποιήσει τα όποια θετικά αλλά και να υπερβεί τις πιθανές αγκυλώσεις ή δυσκολίες τους.
® Συνιστά συγκροτημένη και ολοκληρωμένη πρόταση και με αναλυτικό σχεδιασμό υψηλών απαιτήσεων, που θέτει δημιουργικές προκλήσεις στον εκπαιδευτικό και που διευκολύνει σε μεγάλο βαθμό αυτόν που θα κληθεί να το υποστηρίξει στη τάξη.
® Έχει συμπεριλάβει όλους τους προβληματισμούς που τα τελευταία τριάντα χρόνια έχουν κατατεθεί σχετικά με τη θρησκευτική εκπαίδευση στην Ελλάδα, τόσο από θεολόγους όσο και λοιπούς επιστημονικούς χώρους σε συνέδρια, ημερίδες αλλά και στην ειδική βιβλιογραφία.
® Πιο σημαντικές ακόμη είναι οι θεμελιώδεις αλλαγές που επιφέρει σε βαθύτερα και πιο ουσιαστικά προβλήματα - που για δεκαετίες συζητάμε μεταξύ μας οι θεολόγοι - αλλά και ζητήματα που πάντοτε έδιναν λαβή για επικρίσεις, είτε σε μερίδα ψευδο-προοδευτικών, είτε σε μερίδα ελλιπώς ενημερωμένων «τιμητών» της θρησκευτικής εκπαίδευσης αυτής της πολύπαθης χώρας,(της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, ένα από τα δεινά που την ταλάνιζαν και την ταλανίζουν ακόμη είναι η ημιμάθεια και η ανέξοδη κριτική, συχνά εν είδει προοδευτισμού), σε ζητήματα που αφορούν στην παράδοση, στον πολιτισμό και την παιδεία.
® Βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τη Σύσταση 1720/2005(αλλά και με άλλα ευρωπαϊκά κείμενα) που απηύθυνε η Κοινοβουλευτική Συνδιάσκεψη του Συμβουλίου της Ευρώπης(47 χώρες) προς τα κράτη-μέλη της σχετικά με την αναγκαιότητα της θρησκευτικής εκπαίδευσης και η οποία, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι «η καλή γενική γνώση των θρησκειών είναι ουσιώδης για την καλλιέργεια κοινωνικής ανοχής και την καλύτερη λειτουργία του δημοκρατικού τρόπου ζωής. Η εκπαίδευση πρέπει να προμηθεύει τα απαραίτητα εργαλεία για την καταπολέμηση της άγνοιας, των στερεοτύπων και των παρεξηγήσεων σχετικά με τις θρησκείες»[iii]
® Το νέο πρόγραμμα διαδικασίας[iv] καταφέρνει να αφήσει πίσω του τρεις βασικές «κατηγορίες» σχετικές με το χαρακτήρα του μτΘ και τις παλαιότερες κατευθύνσεις του:
α. Παύει να έχει κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα[v].Αξιοποιεί την Ορθόδοξη Παράδοση, το χριστιανισμό και τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες δίνοντας κυρίως έμφαση - πράγμα φυσικό και αυτονόητο - σε βιβλικά κείμενα επιλεγμένα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη( βλέπε π.χ. τον πίνακα στον Οδηγό Εκπαιδευτικού, σελ. 70-73) , στην ευρύτερη παράδοση της Εκκλησίας, σε νεότερες πηγές αλλά και σε φωτεινά παραδείγματα της νεότερης Εκκλησίας (π.χ. πατήρ Πορφύριος, πατήρ Παϊσιος κ.α.).Ως πρόγραμμα διαδικασίας, ξεκινά από την εμπειρία του μαθητή και από τη στάση ζωής και τους προβληματισμούς που αντιστοιχούν στην ηλικία του ( «συνομιλία του κόσμου της θρησκείας με τον κόσμο της ζωής των μαθητών») για να καταλήξει με στέρεες βάσεις στα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα κάθε φορά. Δε λαμβάνει υπόψη του μόνο το μαθητή που είναι χριστιανός αλλά και οποιονδήποτε άλλον που του δίνεται η ευκαιρία μέσα από τις δομημένες θεματικές ενότητες να γνωρίσει την Ορθοδοξία, όπως αυτή υπάρχει εδώ και αιώνες μέσα στο πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο ζει.
β. Δεν έπεσε στην παγίδα του «θρησκειολογικού» μαθήματος για να ικανοποιήσει τη δήθεν μοντέρνα άποψη που θεωρεί ότι ένα σύγχρονο μάθημα θρησκευτικών μπορεί να σταθεί - αν δεν καταφέρουμε να το πετάξουμε! - σαν μια εγκυκλοπαίδεια θρησκειών με επαρκείς πληροφορίες και γνώσεις για τις θρησκείες, επιστημονικά τεκμηριωμένες, αλλά που δεν έχουν καμιά σχέση με την ομορφιά και τη ζωντάνια - ανεξάρτητα αν τις ασπάζεται κανείς ή όχι - πτυχών των θρησκειών. Αντ' αυτού για πρώτη φορά στην ιστορία των αναλυτικών προγραμμάτων διδάσκονται οι θρησκείες («γνώση από τις θρησκείες») και εντάσσονται ομαλά σε όλες τις τάξεις. Με απλό και διακριτικό τρόπο απλώνονται πτυχές των άλλων θρησκειών που συνδέονται τόσο με τη διαφορετικότητα στην πίστη και τη θρησκευτική έκφραση, όσο και τις διαφορετικές αντιλήψεις σε μεγάλα ανθρωπολογικά, κοσμολογικά και θεολογικά ζητήματα. Από το Δημοτικό κιόλας ο μαθητής εξοικειώνεται με τις άλλες μονοθεϊστικές θρησκείες, όχι με την αντίληψη ότι υπάρχουν «θρησκείες για όλα τα γούστα» (κάτι που θα σήμαινε συγκρητισμό και επιφανειακή προσέγγιση των θρησκειών, πράγμα το οποίο φαίνεται να βρίσκεται έξω από τους στόχους και τη φιλοσοφία του νέου ΠΣ)[vi], αλλά περισσότερο της - με σεβασμό και προσοχή- συνάντησης, με θρησκείες που μοιάζουν ή διαφέρουν περισσότερο ή λιγότερο από τη «δική» μας. Ο μαθητής ενημερώνεται και εξοικειώνεται σταδιακά με την ετερότητα και προστατεύεται έγκαιρα από την εμπάθεια και το φανατισμό, που συντηρείται -και ενίοτε βολεύει κιόλας!-από την ελλιπή ή αποσπασματική γνώση. Μέσα από τις οργανωμένες θεματικές ενότητες του ΠΣ ο μαθητής αξιοποιεί το μτΘ ως χώρο ανακάλυψης της θρησκείας, ως χώρο επεξεργασίας θρησκευτικών γνώσεων και δεδομένων και ως χώρο οραματισμού και προσδοκίας. Έτσι αποφεύγεται το θλιβερό φαινόμενο να καταλήγει στη Β' λυκείου και μέσα στο μέχρι σήμερα υπάρχον πλαίσιο σπουδών να δέχεται γνώσεις επιστημονικά μεν τεκμηριωμένες, αλλά άσχετες και ξένες με τις αναζητήσεις του και τους προβληματισμούς του. Κι είναι γνωστό σε όλους όσους διδάσκουν στο Λύκειο, ότι το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τους μαθητές στη Β' λυκείου είναι η γνώση γύρω ή/και από τις θρησκείες! Ίσως αυτό να ενοχλεί δύο τύπους επικριτών του μτΘ: Αφενός αυτούς που προτιμούν οι μαθητές να μη γνωρίζουν και πολλά πράγματα για να μην παρασυρθούν και χάσουν την καθαρότητα της πίστης τους. Αυτοί οι άνθρωποι όμως βλέπουν έτσι κι αλλιώς την Εκκλησία σαν ένα «club σεσωσμένων» ,τους εαυτούς τους σαν πορτιέρηδες στον Παράδεισο και το Θεό σαν ηγέτη μιας σεχταριστικής οργάνωσης! Αφετέρου αυτούς που, ακόμη και σήμερα, αδυνατούν να αναγνωρίσουν την καθοριστική σημασία που παίζει για τη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνείδησης η στοιχειώδης θρησκευτική γνώση μέσα από τους δημόσια ελεγχόμενους δρόμους της εκπαίδευσης, τους εν πολλοίς παιδαγωγικά και επιστημονικά άρτιους ,ως αντίποδας στον κάθε λογής θρησκευτικό φανατισμό και τις κάθε λογής θρησκευτικές σέχτες που μέλημά τους έχουν να αγκαλιάσουν κάθε «πικραμένο»! Η επαρκής και ολοκληρωμένη γνώση, η έγκυρη ενημέρωση μέσα (και) από το δημόσιο σχολείο ήταν πάντοτε το καταλυτικό αντίδοτο απέναντι στη μετριότητα και την ημιμάθεια που προετοιμάζει μάζες υποταχτικών έτοιμων να υπηρετήσουν κάθε λογής ιδεοληψίες...
Κι όταν σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική (η καθεμιά για τους δικούς της πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους) ανακαλύπτεται η θεμελιώδης σημασία της θρησκευτικής εκπαίδευσης, στην Ελλάδα η συχνά κοντόφθαλμη και εγκλωβισμένη «αριστερά» (όχι αυτή των κινημάτων, που ήδη ψάχνει και βρίσκει για πολλά απαντήσεις χωρίς να περιμένει τη γραμμή του κόμματος...), αδυνατεί με μυωπική εμπάθεια να ξεπεράσει και να αναθεωρήσει τις ιδέες της για τη θρησκευτική εκπαίδευση, αρνούμενη πεισματικά να δει έναν κόσμο που εξελίσσεται και μεταβάλλεται (Λυπηρό, όμως ένα μεγάλο μέρος της «αριστεράς» του συστήματος δεν έχει κάνει έντιμα και θαρραλέα την αυτοκριτική της και τις ιστορικές της αναλύσεις για άλλα κι άλλα ζητήματα και θ' ασχοληθεί με τη θρησκευτική εκπαίδευση;)[vii].
γ. Το μτΘ γίνεται πια ένα ανοιχτό μάθημα για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές. Αντί να χωρίζει, θέτει προϋποθέσεις και φέρνει σε συνάντηση όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από την όποια θρησκευτική -ή μη- προέλευση και ταυτότητά τους.
Οι απόψεις των μαθητών, οι προβληματισμοί τους, τα στερεότυπα που συχνά μεταφέρουν από το περιβάλλον τους, γίνονται εργαλείο δουλειάς για να μπορέσουν να κατανοήσουν το θρησκευτικό φαινόμενο και να συνειδητοποιήσουν με επάρκεια τις πτυχές της θρησκευτικής πίστης τόσο της ορθόδοξης, όσο και της ευρύτερης χριστιανικής αλλά και των άλλων γνωστών θρησκειών του κόσμου. Με το νέο πρόγραμμα σπουδών μπορεί κανείς να διαπραγματευτεί από σοβαρή θέση και την ελαφρότητα των αντιφατικών εγκυκλίων σχετικά με την απαλλαγή των μαθητών από το μάθημα των θρησκευτικών, που για χρόνια η αμήχανη Πολιτεία τη διαχειρίζεται σα να κρατάει δύο καρπούζια στην ίδια μασχάλη: και με τις ευρωπαϊκές επιταγές και με τη θεσμική εκκλησιαστική συντήρηση(στην οποία σημειωτέον επενδύει ,ως ένα μεγάλο βαθμό, την επιβίωσή της στην κομματική αρένα της - κατά Κορνήλιο Καστοριάδη - σημερινής Κοινοβουλευτικής Ολιγαρχίας...) .
«Η αποτυχία της προετοιμασίας είναι η προετοιμασία της αποτυχίας»[viii]
Όμως ... επειδή όταν κανείς ξεκινά να κρίνει κάτι καινούργιο οφείλει να βλέπει όχι μόνο το δέντρο αλλά ολόκληρο το δάσος, δε γίνεται παρά να μην καταγράψει και να μην προβληματιστεί σοβαρά για την τύχη και αυτού του νέου προγράμματος σπουδών, όσα θετικά κι αν έχει ή όσα προβληματικά κι αν προκύψουν, και να αναρωτηθεί τελικά σε ποιο εκπαιδευτικό πλαίσιο έρχεται να εφαρμοστεί ,με ποιες υποδομές και με ποιες προϋποθέσεις φιλοδοξεί να πατήσει στα πόδια του;
 Πριν προχωρήσουμε, είναι μεγάλος ο πειρασμός να μεταφερθεί σε αυτή τη συνάφεια ένα καυστικό και συνάμα προφητικό κείμενο του Μίλτου Κουντουρά, ο οποίος τη δεκαετία του 1920, έγραφε για το εκπαιδευτικό ξεχαρβάλωμα της εποχής του, κινητοποιημένος από το πάθος του δασκάλου που πονάει και αγωνίζεται για το παρόν και το μέλλον του χώρου του:
«Η μαύρη αλήθεια λοιπόν είναι τούτη: Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει εκπαίδευση. Το φωνάζουν απελπισμένοι όσοι αγαπούν το Σχολειό, το επανέλαβαν χίλιες φορές ερασιτεχνικά στις εφημερίδες οι δημοσιογράφοι, το μουρμουρίζουν κουνώντας θλιβερά το κεφάλι οι άνθρωποι της περασμένης γενεάς, το αισθάνεται αόριστα ο αγράμματος λαός όταν συχνά μέσα στη βιοπάλη του αναστενάζει: Κοντά σ' όλα πάνε και τα καημένα τα γράμματα!...
Κι η αλήθεια είναι αυτή. Σχολειό πια δεν υπάρχει. Κινείται μονάχα ακόμη ένας ανήθικος κι αρρωστημένος οργανισμός γεμάτος από δηλητήριο και παραφροσύνη που πολύ σύντομα θα επιδράσει θανατηφόρα σ' όλη την κατοπινή ζωή του τόπου μας. Μια σάπια και ξεχαρβαλωμένη μηχανή όπου από ανάγκη ρίχνουμε μέσα μια καθαρή κι αγνή ζωική παραγωγή-τα ευκολόπλαστα παιδιά μας-για να μας τα μεταβάλει ύστερα από λίγα χρόνια σε μούμιες κατάξερες και φασκιωμένες ή σε κινούμενα μιάσματα ανασυρμένα σαν από τάφους.... Ένα ψέμα, ένα «κατά συνθήκη» ψέμα κατάντησε στην Ελλάδα το Σχολειό. Μπείτε μέσα μια στιγμή και μυρίστε τον αέρα του. Βρώμα και δυσωδία. Ο δάσκαλος σαπίζει από την αθλιότητα που τον καταδικάζει ένα αφιλόστοργο και μοχθηρό Κράτος. Και παραπατάει μεθυσμένος από τη δυστυχία. Και γρονθοκοπιέται με τον εαυτό του, με το συνάδελφό του, με την κακεντρέχεια των θεσπισμένων νόμων. Και γίνεται ύπουλος και κόλακας, η χολή κιτρινίζει το πρόσωπό του, και η ψυχή του νερουλιάζει από την απόγνωση. Κι η παιδική ψυχή, η μαλακιά ακόμη, δέχεται ολημερίς και διαμορφώνεται σύμφωνα με τέτοιες θανατηφόρες επιδράσεις. Πουθενά η ωραία κ' ελεύθερη ψυχή. Πουθενά η δονούμενη από ενέργεια κι αλήθεια ζωή. Ένα νεκρό, κατάξερο, αφιλοσόφητο γράμμα, κατακουρελιασμένο κι αυτό. Έτσι για τα μάτια.... Κι η Κοινωνία; Υπνωτισμένη παρακολουθεί το τραγικό θέαμα: Ένας χείμαρρος παιδιών βγαίνει κάθε μέρα από τα Σχολειά. Είναι η τρομερή ψυχή του δασκάλου που θα κυβερνήσει μεθαύριο τη Χώρα. Με τον αδιάπλαστό του πια ψυχικό και πνευματικό κόσμο. Και το ροδάνι θα κυλάει από γκρεμό σε γκρεμό. Και κανείς ούτε τότε πια δε θα τολμήσει να φωνάξει: Κλείστε τα σχολειά να φτιάσουμε καινούργια!»[ix].
Κατ' αρχήν θα πρέπει να διαχωρίσει κανείς -κι αυτό για να μην πετάξουμε το μωρό μαζί με το νερό!- την εκπόνηση και το περιεχόμενο του νέου προγράμματος σπουδών, με την αντίστοιχη υποστήριξή του από το ΥΠΔΒΜΘ. Πιο συγκεκριμένα μια τόσο ευρεία αλλαγή στο πρόγραμμα σπουδών:
Οφείλει να λάβει υπόψη της την αποτύπωση της εμπειρίας και την τεκμηριωμένη άποψη όλων των εμπλεκόμενων με τις αλλαγές φορέων (επιστημονική κοινότητα, σύλλογοι των ειδικοτήτων, συνδικαλιστικοί φορείς) και να συνεργάζεται τακτικά μαζί τους[x]!Για παράδειγμα, τους πρώτους που θα έπρεπε να αξιοποιήσει ως επιμορφωτές είναι τους υπεύθυνους Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης και Αγωγής Υγείας που, κατά τεκμήριο, για πάνω από είκοσι χρόνια γνωρίζουν και αξιοποιούν σε βιωματικά σεμινάρια (για μαθητές και εκπαιδευτικούς) και των δύο βαθμίδων της εκπαίδευσης, τις τεχνικές που προτείνονται στο νέο πρόγραμμα σπουδών.
Οφείλει να πραγματοποιήσει έγκαιρη και ουσιαστική επιμόρφωση - αν όχι συστηματική βραχύβια επανεκπαίδευση - σε μικρές και ευέλικτες ομάδες σχολείων σε όλη τη χώρα.
Οφείλει να σχεδιάσει από πριν τρόπους για να υποστηρίξει το νέο εγχείρημα. Να ενημερώσει, να ευαισθητοποιήσει, να πραγματοποιήσει κατά τόπους ημερίδες, να εκπαιδεύσει έγκαιρα τους σχολικούς συμβούλους που θα είναι οι πρώτοι αποδέκτες των όποιων προβλημάτων της εφαρμογής. Έτσι κερδίζει δύο πράγματα: α) τον ενημερωμένο εκπαιδευτικό που θα θελήσει με τις όποιες αντιρρήσεις και επιφυλάξεις να υποστηρίξει ουσιαστικά αυτές τις αλλαγές στο μάθημα και β) την αποφυγή αστείων έως τραγικών προχειροτήτων που αργότερα το ΥΠΔΒΜΘ θα υποχρεωνόταν να τις αποσύρει βιαστικά. Αντί γι' αυτό, το περσινό καλοκαίρι «πέταξε» κυριολεκτικά στην ηλεκτρονική διεύθυνση του «ψηφιακού σχολείου» το νέο πρόγραμμα σπουδών - το οποίο σημειωτέον σε κάποια σχολεία θα λειτουργούσε πιλοτικά την ερχόμενη χρονιά - και το νέο αναμεταδόθηκε κυριολεκτικά από στόμα σε στόμα!
Οφείλει να διερευνήσει την πρόθεση συμμετοχής των εκπαιδευτικών και των σχολείων στην πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος αποφεύγοντας την «άνωθεν» επιβολή. Όχι για λόγους ευγένειας προφανώς - έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε ως εκπαιδευτικοί συνηθίσει σ' αυτή την αβρότητα! -, αλλά γιατί η εμπειρία έχει δείξει ότι καμιά εκπαιδευτική αλλαγή δεν μπορεί ούτε καν σε πιλοτικό επίπεδο να εφαρμοστεί, αν δεν υπάρχει μια, κατ' ελάχιστον έστω, συγκατάθεση και συνεργασία όλων των εμπλεκομένων.
Οφείλει να έχει σχεδιάσει προσεκτικά απαντήσεις σε πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν πάνω στη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας(π.χ. πώς εντάσσονται στο ωρολόγιο πρόγραμμα τα συνεχόμενα δίωρα όταν μεγάλος αριθμός καθηγητών βρίσκονται σε δύο ή τρία σχολεία;)
Οφείλει να έχει διερευνήσει τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε σχολικής μονάδας, την υλικοτεχνική υποδομή των σχολείων, προκειμένου οι αλλαγές να επιφέρουν αποτελέσματα πραγματικής βελτίωσης.[xi]
Στην πραγματικότητα κλήθηκαν οι καθηγητές των πιλοτικών σχολείων να παρακολουθήσουν επιμόρφωση σε κομβικά σημεία της Ελλάδας (ημέρες Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή). Η Α' φάση επιμόρφωσης ξεκίνησε το Νοέμβριο του 2012 όταν το σχολικό έτος, και επομένως και η πιλοτική εφαρμογή, είχε ήδη ξεκινήσει  - θεωρητικά - τον Σεπτέμβριο!
 Σε άλλες εποχές ίσως όλα αυτά να ήταν υπό διαπραγμάτευση... Σήμερα όμως έχει υπόψη του το ΥΠΔΒΜΘ σε ποιους απευθύνεται; Βάσει ποιας λογικής ο εκπαιδευτικός θα μετακινηθεί π.χ. από την Κεφαλονιά και τη Ζάκυνθο, στην Πάτρα για τρεις μέρες, εγκαταλείποντας τις υποχρεώσεις του και το δικαίωμά του να μην εργάζεται το Σάββατο και την Κυριακή, για να συμμετάσχει στην επιμόρφωση; Γιατί είναι λογικό ο εκπαιδευτικός να έχει, ιδιαιτέρως σήμερα ,τη δυνατότητα να προκαταβάλει έξοδα μετακίνησης και διαμονής για να επιμορφωθεί σε ένα πρόγραμμα, για το οποίο δεν τον ενημέρωσαν καν εγκαίρως ότι θα κληθεί να το εφαρμόσει πιλοτικά; Αποτέλεσμα αυτής της απαξίωσης ήταν σε πολλές περιπτώσεις οι επιμορφώσεις να λειτουργήσουν ελλειμματικά και να μείνουν τελικά όλοι εκτεθειμένοι. Φυσικά είναι πολύ δύσκολο να εξαχθούν κάποια ασφαλή συμπεράσματα από τη φετινή πιλοτική εφαρμογή! Για να μην αναφερθούμε στις συνέπειες που είχε αυτή η έλλειψη οργάνωσης και σαφούς στοχοθεσίας, έλλειψη που απαξιώνει τη μαθησιακή διαδικασία και τον εκπαιδευτικό σχεδιασμό και αντιμετωπίζει τους μαθητές περισσότερο σαν πειραματόζωα ενός εργαστηρίου παρά σαν δρώντα υποκείμενα που έχουν δικαίωμα στη γνώση...
Χρειάζεται κάποια στιγμή οι έχοντες την ευθύνη του σχεδιασμού, της οργάνωσης (;) και των αλλαγών(;) να αποκτήσουν συναίσθηση σε ποιους απευθύνονται και πως. Όσο ο εκπαιδευτικός θεωρείται δούλος, υπηρέτης ή στην καλύτερη περίπτωση διεκπεραιωτής άνωθεν εντολών, τίποτε δεν μπορεί να προχωρήσει με επιτυχία. Η Πολιτεία οφείλει, αν ενδιαφέρεται (κάτι που φαίνεται ότι σήμερα είναι ζητούμενο...), να σέβεται τον εκπαιδευτικό, να υπολογίζει και να συνεκτιμά τις δυνατότητές του, να συνεργάζεται με αξιόπιστο τρόπο μαζί του, να τον στηρίζει και να τον ενθαρρύνει με προγραμματισμό και υπευθυνότητα. Σε έναν ταπεινωμένο δάσκαλο, που κάθε χρόνο ψάχνει τη θέση του σε καινούργιο σχολείο, συμπληρώνει το ωράριό του τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο σε μια σχολική μονάδα, στην οποία ίσως δεν έχει ποτέ ξαναπάει, υπό την απειλή των συγχωνεύσεων των σχολείων, με τη διακινδύνευση να διανύει δεκάδες χιλιόμετρα την ημέρα για να ανταποκριθεί στο έργο του, με συχνά προβληματικές έως απαράδεκτες συνθήκες υλικοτεχνικής υποδομής στα σχολεία (φέτος μάλιστα και με την πρωτοτυπία να μην έχει καν βιβλία μέχρι τουλάχιστον το Δεκέμβριο!),διαρκώς εκτεθειμένο και χωρίς την παραμικρή στήριξη στο παιδαγωγικό και διδακτικό του έργο (πόσοι νομοί, αλήθεια, αντιστοιχούν σε κάθε σχολικό σύμβουλο;) ,δεν μπορεί να του ζητιέται ως αυτονόητη απαίτηση να είναι παραγωγικός, δημιουργικός, πρόθυμος, ανοιχτός σε καινούργιες διαδικασίες .Πριν λοιπόν οδηγήσει κανείς τον εκπαιδευτικό να απολογηθεί για τις όποιες αδυναμίες του, ας απαιτήσει πρώτα από την Πολιτεία να απολογηθεί για τις χρόνιες αρρυθμίες της και τις εγκληματικές της παραλείψεις στις υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες της χώρας, και μετά ας μιλήσει για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και άλλα εκσυγχρονιστικά ανέκδοτα...
Κλείνοντας την αναφορά αυτή στο νέο Πρόγραμμα Σπουδών δε μπορεί κανείς παρά να είναι επιφυλακτικός για τις όποιες αλλαγές, κι αυτό, όχι όπως φάνηκε από τα παραπάνω, λόγω μιας προχειρότητας στην κατάρτισή του ,αλλά μιας εγκληματικής πια αδιαφορίας του Κράτους - όπως θεσμικά εκφράζεται από το ΥΠΔΒΜΘ - να σταθεί με επάρκεια και σοβαρότητα απέναντι στις αμείλικτες πιέσεις μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας, τόσο τοπικής όσο και παγκόσμιας. Είναι τουλάχιστον οδυνηρή η διαπίστωση ότι ένα τόσο σημαντικό σε βάθος και σε εύρος πόνημα, μια τόσο πρωτοποριακή δουλειά στην ιστορία του μαθήματος των Θρησκευτικών κινδυνεύει να χαθεί άδοξα πριν καλά καλά ξεκινήσει να εφαρμόζεται, αφενός λόγω της καταραμένης νοοτροπίας ενός κράτους ( επομένως και των πολιτών του) που νέμεται την εξουσία προς όφελος των φιλόδοξων και αυτάρεσκων στελεχών του, και αφετέρου λόγω της πνευματικής στειρότητας του αστικού πολιτισμού, που για πολλά χρόνια κινείται ανάμεσα στη νωθρότητα, τον «ωχαδερφισμό» και την ελληνοκεντρική αερολογία.
 Αν δεν αποφασίσουμε - ο καθένας χώρια και όλοι μαζί - ν' αλλάξουμε ρότα (αυτό που στην εκκλησιαστική γλώσσα λέγεται μετά-νοια) ξεκινώντας από τις δικές μας αδυναμίες και κοιτώντας κατάματα τα ιστορικά μας σφάλματα που μέχρι σήμερα βασανίζουν ή χαϊδεύουν τις υπαρξιακές εν τέλει επιλογές μας, κανένα πρόγραμμα σπουδών δε θα ικανοποιεί τις απαιτήσεις μας. Αντ' αυτού, θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε και να κατονομάζουμε εχθρούς και βαρβάρους που θέλουν να εξαφανίσουν το «ελληνικό μεγαλείο» που υπήρχε κάποτε, αλλά που σήμερα ,το ίδιο αυτό μεγαλείο το κουβαλάμε σαν μούμια στον κόρφο μας απελπισμένοι και απογοητευμένοι. Κι αυτός έχει αποδειχθεί ο πιο εύκολος και λιγότερο οδυνηρός, αλλά τη ίδια στιγμή κι ο πιο ομιχλώδης δρόμος για να συνεχίσει κανείς την πορεία του με αξιοπρέπεια και αρχοντιά...

Πάτρα, 22 Μαΐου 2012

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[i] Από το album των Αctive Μember,Στον Καιρό Του Αλλόκοτου Φόβου
[ii] Μουσική πράξη στον Μπέρτολτ Μπρεχτ (1978):μουσική Θάνου Μικρούτσικου, στίχοι Μπέρτολτ Μπρεχτ
[iv] «Σε αντίθεση με την επικέντρωση του CU στους στόχους και στο αποτέλεσμα μάθησης (= «προϊόν»),αυτό το μοντέλο ΑΠ δίνει έμφαση στον τρόπο σκέψης των μαθητών και είναι στραμμένο στη διαδικασία της μάθησης και στις αλληλεπιδράσεις (εκπαιδευτικών-μαθητών-γνώσης) που συμβαίνουν στη σχολική τάξη.» (Οδηγός Εκπαιδευτικού, σελ. 36)
[v]Για την ακριβή χρήση του όρου «ομολογιακό μάθημα των Θρησκευτικών» τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη βλέπε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο της ΓριζοπούλουΌλγας: http://www.pischools.gr/lessons/relig ... rop_diast/diefkr_omol.doc
[vi]Γενικοί σκοποί και προσανατολισμοί του μτΘ στο νέο ΠΣ, Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, Αθήνα 2011, σελ. 18-20
[vii] Ο Π. Κονδύλης αναφερόμενος στον εντόπιο μεταμοντερνισμό που συνόδευσε την Ελλάδα πριν από το 1974, αλλά προ πάντων μεταδικτατορικά, λέει πως: « Ο συνδυασμός των πάντων με τα πάντα, ο οποίος αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα του μαζικοδημοκρατικού τρόπου σκέψης, καθώς και οι ηδονιστικές αξίες του αυθορμητισμού και της αυτοπραγμάτωσης, όπως τις διακήρυξε η πολιτισμική επανάσταση, στην Ελλάδα συμφύρθηκαν με τις παμπάλαιες και επιχώριες έξεις της πνευματικής νωθρότητας, του εξυπνακιδισμού και της ημιμάθειας. Η σύμφυρση αυτή, επομένως ήταν η φυσική και βολική είσοδος του μεταμοντερνισμού σ' έναν τόπο όπου το αστικό εργασιακό ήθος είναι ουσιαστικά άγνωστο όχι μόνο στον τομέα της υλικής παραγωγής αλλά και στον τομέα του πνεύματος, όπου δε διαμορφώθηκαν επιστημονικές παραδόσεις με συνοχή και με μακρόβιους φορείς και όπου οι μίμοι και οι γελωτοποιοί εκπροσωπούνται με ποσοστά ιδιαιτέρως υψηλά στους κύκλους των διανοουμένων, στα πανεπιστήμια και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης» Από αυτή τη παθογένεια φαίνεται ότι δεν κατάφερε ακόμη να ξεφύγει ούτε η Αριστερά. (βλ. Π. Κονδύλης, Οι αιτίες της παρακμής της σύγχρονης Ελλάδας, Θεμέλιο, Αθήνα 2011,σελ. 66-67)
[viii] Ο τίτλος είναι «κλεμμένος» από ένα άρθρο του Γ. Λακόπουλου από την εφημερίδα τα Νέα της 28/4/2012
[ix] Μίλτος Κουντουράς (1985), Κλείστε τα σχολειά, Εκπαιδευτικά Άπαντα, τόμος Α' ,μέρος 2, σελ 21-23. Αθήνα: Γνώση
[x] Για του λόγου το αληθές: στην αρχή της εκπόνησης των προγραμμάτων, στις 6 Δεκεμβρίου 2010, το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο(σημερινό Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής) κάλεσε όλους τους φορείς των θεολόγων καθώς και εκπροσώπους των Θεολογικών Σχολών για να καταγράψουν τις απόψεις τους και να τις συζητήσουν. Δεσμεύθηκαν ότι τότε θα ξεκινούσε μια συνεργασία κι ότι εκείνη η φορά ήταν απλώς και μόνο η έναρξη ενός σημαντικού και ουσιαστικού διαλόγου για το μτΘ. Έκτοτε δεν υπήρξε καμιά άλλη πρόσκληση. Ούτε όταν ανακοινώθηκαν τα προγράμματα, ούτε αργότερα. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο «Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμός-ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης» είχε από τότε διατυπώσει και γραπτώς τις επιφυλάξεις του, επισημαίνοντας τόσο την περιορισμένη χρονική προθεσμία για την περάτωση του έργου όσο και τις εγγενείς δυσκολίες στο χώρο της εκπαίδευσης για την αποτελεσματική εφαρμογή του (έλλειψη επαρκούς επιμόρφωσης  των εκπαιδευτικών, χρήση νέων τεχνολογιών κτλ.(βλ. http://www.kairosnet.gr/joomla/index. ... catid=2:news&Itemid=9). Υπάρχει κάποιος που μπορεί να πείσει την εκπαιδευτική κοινότητα ότι της δίνουν σημασία; Για άλλη μια φορά οι σχεδιασμοί και οι εντολές δίνονται από την ηγεσία του Υπουργείου και καλούνται οι εκπαιδευτικοί να τις διεκπεραιώσουν. Άραγε αυτό δε δείχνει μια συγκεκριμένη εκπαιδευτική κουλτούρα χρόνια συνυφασμένη με τις παθογένειες του νεοελληνικού κράτους;
[xi] «Σύμφωνα με τον Fullan, η επιτυχής μεταρρύθμιση και καινοτομία απαιτούν τη «γνώση της αλλαγής», την κατανόηση της διαδικασίας και των βασικών οδηγών που χρειάζονται για την επιτυχημένη αλλαγή στην πράξη. Η γνώση της αλλαγής δεν εγγυάται από μόνη της τη βελτίωση αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της. Οι οκτώ οδηγοί-κλειδιά για την επιτυχημένη αλλαγή είναι: α)ο ηθικός σκοπός, β) το «χτίσιμο» της σχολικής ικανότητας, γ) η κατανόηση της διαδικασίας της αλλαγής, δ) η ανάπτυξη κουλτούρας μάθησης, ε) η ανάπτυξη κουλτούρας αξιολόγησης, στ) η εστίαση στην ηγεσία της αλλαγής, ζ) η συνοχή των αποφάσεων και η) η συνεργασία στα τρία επίπεδα διοίκησης», οπ. αναφ. Σιακοβέλη Παναγιώτα (2011), Διοίκηση της Εκπαίδευσης και Διαχείριση Καινοτομιών: Η Εισαγωγή του φορητού μαθητικού υπολογιστή στα Γυμνάσια του Δήμου Πατρέων, σελ.43-53, διπλωματική εργασία, Πάτρα (ΕΑΠ).

Ο Χριστόφορος Γ. Παπασωτηρόπουλος είναι εκπαιδευτικός θεολόγος στο Γυμνάσιο Σαραβαλίου, Πάτρα

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου:Σημερινότητα η πολύτιμη



Προ καιρού το περιοδικό μας είχε φιλοξενήσει κείμενό μου με τίτλο Συνάντηση με τη "σημερινότητα"[1]. Εκεί είχα προσπαθήσει να καταδείξω έναν ιδιαίτερο κίνδυνο: Τον κίνδυνο της νομιζόμενης ενασχόλησης με την Αφρική (και με κάθε "Αφρική"). Το να δηλώνει, δηλαδή, κανείς ενδιαφέρον για τον τόπο, να μεταβαίνει εκεί, ενδεχομένως και να καυχάται για τη μακρόχρονη παραμονή του επί αφρικανικού εδάφους, αλλά δίχως στην πραγματικότητα να έχει ποτέ οικοδομήσει επαφή με την αληθινή Αφρική. Δίχως έμπρακτη προθυμία για γνωριμία με τη "σημερινότητά" της, δηλαδή με αυτό που στην πραγματικότητα συνιστά αυτή τη στιγμή την Αφρική, ο εν λόγω καυχώμενος μένει στην πραγματικότητα μακριά της, αγκαλιασμένος με ένα φάντασμά της, που ουδαμώς την εκπροσωπεί. "Χωρίς συνάντηση με την σημερινότητα", κατέληγε το κείμενο, "η ομολογουμένως πολύτιμη διάθεση για αποδοχή των ποικίλων πολιτισμών μπορεί να εγκλωβιστεί σε μια φαντασίωση, ότι οι σημερινοί πολιτισμοί είναι ό,τι ήταν πριν από αιώνες, πριν από την όσμωσή τους με την τεχνολογία, τη νεωτερικότητα, τον κοινοβουλευτισμό κλπ. Επί πλέον, η ακαλλιέργητη πεποίθηση ότι οι πολιτισμοί είναι συμπαγείς ουσίες, αδυνατεί να δει ότι όλοι οι πολιτισμοί είναι σύνθετα γεγονότα, ευρισκόμενα σε αδιάκοπη κίνηση. Μέσα σε κάθε πολιτισμό αναπτύσσονται δυνάμεις που ελευθερώνουν και δυνάμεις που σκλαβώνουν [...]. Ο φαντασιακός εγκλωβισμός μας [...] στο παρελθόν και στις γενικεύσεις, μπορεί να μοιάζει απλώς με αγαθό ρομαντισμό, στην πραγματικότητα όμως ίσως να αποτελεί οδυνηρή εκδήλωση αλαζονίας. Της αλαζονίας αυτού που ανενδοίαστα πιστεύει ότι ομφαλός της γης είναι η αυλίτσα του".
Μια πρόσφατη έκδοση επιβεβαιώνει, από τη δική της σκοπιά, την ύπαρξη και την έκταση αυτού του κινδύνου. Πρόκειται για το σπουδαίο βιβλιαράκι του Ρίτσαρντ Καπισίνσκι, Ο Άλλος [2]. Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε διακεκριμένος Πολωνός δημοσιογράφος και ο πρώτος ξένος ανταποκριτής της χώρας του. Ταξίδεψε σε φλεγόμενες περιοχές της Αφρικής, της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και προσπαθώντας να αποτυπώσει τη ζωή των λαών τους ζώντας την "από μέσα". Έτσι προχώρησε κάτω από την κρούστα, έδωσε καίριες μαρτυρίες και διατύπωσε διεισδυτικές παρατηρήσεις[3]. Το εν λόγω βιβλίο του αποτελείται από τέσσερις διαλέξεις που έδωσε σε συνέδρια και πανεπιστήμια, ως απόσταγμα ακριβώς των εμπειριών του και των αναστοχασμών του για την έννοια του "άλλου" και του "διαφορετικού". Ο Καπισίνσκι έφτασε σε πολύ σημαντικές θέσεις, οι οποίες μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να ανταμώσουν πολύ γόνιμα την Ορθόδοξη θεολογία και την παραδοσιακή ευαισθησία της για τη βίωση του «άλλου» ως προσώπου μοναδικού, ως όρου της ύπαρξής μας και ως τόπου συνάντησής μας με τον Θεό. Αυτά όμως μπορούμε να τα συζητήσουμε σε άλλη ευκαιρία. Αυτό που θα ήθελα εδώ να ερανιστούμε από τη μαρτυρία τυ Καπισίνσκι, είναι η αποκαλυπτική συνηγορία του υπέρ της επαφής με τη σημερινότητα.
Ο Καπισίνσκι αναφέρεται στις έρευνες, τις εκπλήξεις και τα ευρήματα της κοινωνικής ανθρωπολογίας, μιας πολύτιμης επιστήμης που ο θεολογικός – εκκλησιαστικός χώρος θα την είχε περί πολλού, αν είχε περί πολλού τις ιεραποστολικές σπουδές, δηλαδή τη σοβαρότητα περί το άνοιγμα στο αλλιώτικο. Γράφει σε κάποιο σημείο ο πολωνός δημοσιογράφος για κορυφαίους κοινωνικούς ανθρωπολόγους:
"Συγγραφείς όπως ο Ρίβερς, ο Ράτκλιφ-Μπράουν ή ο Έβανς-Πρίτσαρντ απέδειξαν ότι οι πολιτισμοί των Άλλων ήταν το ίδιο πολύτιμοι και λογικοί όσο ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, με τη μόνη διαφορά ότι ήταν απλώς άλλοι. Ένα βήμα παραπέρα -αλλά τι σημαντικό βήμα όμως!- έκανε ο Μαλινόφσκι, ο οποίος κατέστησε τη λεγόμενη έρευνα πεδίου απαραίτητη προϋπόθεση για τη γνωριμία με τους Άλλους: δεν αρκεί να τους επισκεφθεί κανείς, πρέπει επίσης να ζήσει ανάμεσά τους ή μαζί τους. Έτσι ξεκίνησε από τα Τροβριανά νησιά στον Ειρηνικό, κι εκεί, στη μέση ενός χωριού, έστησε τη σκηνή του. Ο Μαλινόφσκι ανακάλυψε προς μεγάλη του έκπληξη ότι οι λευκοί που είχαν ζήσει σε εκείνα τα νησιά για δεκαετίες όχι μόνο ζούσαν πολύ μακριά από τα τοπικά χωριά, αλλά αυτά που έλεγαν για τους ντόπιους ήταν ένα σωρό ανοησίες, τίποτα άλλο παρά αναληθείς και παράλογες κοινοτοπίες. Εν ολίγοις οι λευκοί στα τροπικά μέρη είναι η χειρότερη και η πλέον ανακριβής πηγή πληροφοριών σχετικά με τους αυτόχθονες και τους πολιτισμούς τους. Οι πρώτοι αποφεύγουν τους δεύτερους, γιατί μια συνάντηση με τους Άλλους δεν είναι κάτι απλό και αυτονόητο, αλλά αντίθετα προϋποθέτει θέληση και μια προσπάθεια που δεν είναι πάντα όλοι πρόθυμοι να αναλάβουν [...].
Τα κείμενα που προέκυψαν ως αποτέλεσμα ερευνών πεδίου άσκησαν μεγάλη επιρροή στην ευρωπαϊκή σκέψη που αφορούσε τη σχέση με τους Άλλους, γιατί απέδειξαν ότι αυτοί οι Άλλοι δεν ήταν ορδές αινιγματικών, αργόσχολων πρωτόγονων, αλλά ζούσαν σε εξαιρετικά αναπτυγμένους πολιτισμούς οι οποίοι διέθεταν σύνθετες και περίπλοκες δομές και ιεραρχίες [...].
Παρόλο που η έρευνα πεδίου έπαιξε έναν τόσο σημαντικό και θετικό ρόλο στη διερεύνηση των γνώσεων σχτικά με την ανθρώπινη οικογένεια, παρουσίασε [...] αδυναμίες [...]. Έγινε μια προσπάθεια να ερευνηθούν και να μελετηθούν παραδοσιακοί πολιτισμοί παίρνοντας ως δεδομένο ότι παρουσίαζαν μια αμιγή μορφή, με την οποία είχαν υπάρξει σε απομόνωση για αιώνες. Έτσι περιγράφονται σαν στατικές δομές, αμετακίνητες και σταθερές για πάντα, ενώ στην πραγματικότητα, ειδικά στην εποχή μας, υπέκειντο σε μια διαρκή αλλαγή, σε μια ολοκληρωτική και κάποτε εκ βάθρων μεταλλαγή. Προτού ο Έβανς-Πρίτσαρντ, για παράδειγμα, καταφέρει να ολοκληρώσει την περιγραφή της φυλής Ζάντε, εκείνη είχε ήδη αρχίσει να διαφοροποιείται εντελώς ή είχε τελείως διασκορπιστεί και είχε πάψει να υπάρχει μαζί με τον πολιτισμό και τους θεούς της. Την εποχή εκείνη είχε ξεκινήσει μια περίοδος ταχείας και αυξανόμενης μετανάστευσης, όταν εκατομμύρια άνθρωποι μετακινούνταν προς τις πόλεις, και ο στυλοβάτης της παράδοσης, το χωριό, ερήμωνε καθώς οι κάτοικοί του αποδεκατίζονταν από την πείνα, τους εμφύλιους πολέμους, την ξηρασία και τις επιδημίες. Τ ο άτομο που συναντάμε στις μεγάλες πόλεις του Τρίτου Κόσμου είναι πλέον ένας άλλος Άλλος - το προϊόν μιας αστικής, αλλοιωμένης κουλτούρας που είναι δύσκολο να καθοριστεί, ο απόγονος διαφορετικών αντιφατικών κόσμων, ένα σύνθετο δημιούργημα ασταθών, πρόσκαιρων περιγραμμάτων και χαρακτηριστικών. Ακριβώς με αυτό το είδος του Άλλου έχουμε συνήθως να κάνουμε σήμερα [...].
Το τίμημα που πλήρωσε [ο Μαλινόφσκι] για το γεγονός ότι ξέκοψε από τον δικό του πολιτισμό ήταν μεγάλο. Γι' αυτό είναι τόσο σημαντικό να έχει κάποιος τη δική του, ξεχωριστή ταυτότητα, ένα αίσθημα της δικής του δύναμης, αξίας και ωριμότητας. Μόνο τότε μπορεί κάποιος να αντιμετωπίσει με τόλμη έναν άλλον πολιτισμό. Διαφορετικά θα παραμονεύει στην κρυψώνα του, απομονώνοντας έντρομος τον εαυτό του από τους Άλλους. Και μάλιστα τη στιγμή που ο Άλλος είναι ένας καθρέφτης μέσα στον οποίο βλέπω τον εαυτό μου κι μέσα στον οποίο γίνομαι αντικείμενο παρατήρησης - ένας καθρέφτης που με αποκαλύπτει και με ξεγυμνώνει, κάτι που θα προσπαθούσαμε να αποφύγουμε" [4].
Ο Καπισίνσκι κατόρθωσε να καταγράψει, σε αδρές γραμμές, την πελώρια αλήθεια πως κάθε άνθρωπος είναι υπαρκτός στη σημερινότητά του[5]. Δεν υπάρχει αληθινός άνθρωπος έξω απ' αυτήν, κι αν δεν νοιαστείς γι' αυτήν, δεν ανταμώνεις κανέναν. Χρειάζεται, λοιπόν, φιλότιμο και επίγνωση για να γίνει μπορετή η έξοδος από τον ιδιότυπο αυτισμό του μη-πορευομένου προς πάντα τα έθνη. Γιατί ο αυτισμός αυτός, το σφιχταγκάλιασμά σου με τον εαυτό σου και με τα φαντάσματά του, συχνά εκδηλώνεται με τρόπο που ξεγελά. Μπορεί, δηλαδή, να μη στέκεις κοκκαλωμένος, αλλά να στροβιλίζεσαι, πάντα όμως έτσι αυτο-αγκαλιασμένος. Κι αυτή η περιδίνηση περί τον άξονά σου να σε κάνει να κομπάζεις κι από πάνω, πως είναι τάχα πόρευση, ταξίδι κοπιώδες προς τον άλλον!


[1]        Πάντα τα Έθνη 115 (2010), σσ. 6-8.
[2]        Μετἀφραση από τα πολωνικά: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2011.
[3]    Από τα άλλα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, ιδιαίτερα αγαπητό είναι το Έβενος, το χρώμα της Αφρικής (μτφρ: Ζώγια Μαυροειδή, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2002). 
[4]        Καπισίνσκι, ό.π., σσ. 34-37, 97.
[5]    Για τους ανθρωπολόγους που μνημονεύει ο Καπισίνσκι, Ουίλλιαμ Ρίβερς (1864-1922), Άλφρεντ Ρέτζιναλντ Ράντκλιφ-Μπράουν (1881-1955), Έντουαρντ Έβαν Έβανς-Πρίτσαρντ (1906-1983) και Μπρόνισλαφ Μαλινόφσκι (1884-1942), ο έλληνας αναγνώστης που δεν δύναται να ασχοληθεί με τα ίδια τους τα έργα, αλλά επιθυμεί μια βασική πληροφόρηση, μπορεί να συμβουλευτεί το μελέτημα των Paul Erickson και Liam Murphy, Ιστορία της ανθρωπολογικής σκέψης (μτφρ. Φανή Μπούμπουλη, επιμ. Φωτεινή Τιμπιρίδου), εκδ. Κριτική, Αθήνα 2002, ιδίως σσ. 142-149
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάντα τα Έθνη 122 (2012), σσ. 10-12.