Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Η έννοια του κενού

Ορθόδοξη Ομάδα Δογματικής Έρευνας Επιστήμη και Εκκλησία
Η έννοια του κενού
Όσο άσχετο και αν φαίνεται αυτό το άρθρο σε μια δογματική ιστοσελίδα, η έννοια του κενού όπως διατυπώνεται από τη σύγχρονη Κβαντική φυσική, έχει σοβαρότατες προεκτάσεις στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το σύμπαν. Και αυτό οδηγεί σε σαφείς επιβεβαιώσεις της Χριστιανικής κοσμοθεωρίας.
Το αρχείο αυτό κατασκευάστηκε για να χρησιμοποιηθεί ως προορισμός παραπομπών από άλλα αρχεία, που αναλύουν αυτές τις παραμέτρους.
Το κενό στον κόσμο
Βασική αρχή της Αριστοτέλειας φυσικής είναι η άρνηση οποιασδήποτε ύπαρξης κενού μέσα στο χώρο. Η ύπαρξη του κενού θεωρείται παράλογη, και ο Αριστοτέλης το αποδεικνύει λογικά, με μια σειρά επιχειρημάτων, που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κόσμος πρέπει να είναι ένας ΠΛΗΡΗΣ και πεπερασμένος χώρος.
Υπερπηδώντας τις λανθασμένες θεωρήσεις του για τον κόσμο, θα σταθούμε στο εξής εντυπωσιακά σωστό συμπέρασμα: Σε έναν κενό χώρο, δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν θέσεις, ούτε είναι δυνατόν να υπάρχουν εκεί τα αίτια της κίνησης. Στο κενό καμιά πέτρα δεν θα είχε λόγο να κινηθεί προς τη γη, και καμιά φλόγα να υψωθεί. Γιατί αν υπήρχε κενό, τι θα τα ωθούσε;
Την ίδια φιλοσοφία ακολούθησε ο Παρμενίδης, μετά τη διατύπωση της ιδέας του ατόμου από τον Δημόκριτο και τον Λεύκιπο. Αυτός ισχυρίστηκε ότι αν το άτομο είναι η βασική μονάδα της ύλης, τότε τα διάφορα σώματα του κόσμου ποτέ δεν είναι δυνατόν να χωριστούν στα άτομα που τα αποτελούν. Γιατί αν συμβεί αυτό, θα υπάρχει κενό στον μεταξύ τους χώρο. Και εδώ η έννοια του κενού εννοείται ΑΠΟΛΥΤΑ, δηλαδή όχι μόνο έναν κενό χώρο από γεγονότα, αλλά έλλειψη και του ιδίου χώρου. Το νόημα του «τίποτα», περιλαμβάνει δηλαδή ακόμα και την υπόσταση του χώρου. Άρα, δεν μπορεί να υπάρξει «χώρος» μεταξύ των χωρισθέντων ατόμων, και δεν είναι εκ τούτου δυνατόν να χωρισθούν.
Έτσι εισήχθη η έννοια της «Πεμπτουσίας», ενός είδους ύλης τόσο λεπτής, που δεν ήταν δυνατόν να ανιχνευθεί, που υποτίθεται ότι γέμιζε τον κενό αυτό χώρο ανάμεσα στα άτομα, καθιστώντας δυνατό τον διαχωρισμό τους. Αυτό στην αρχή του 20ου αιώνα το έλεγαν «αιθέρα», και σήμερα το λέμε: «κβαντικό κενό», ή «χωροχρόνο».
Στη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, από τις αρχές του 20ού αιώνα, έχουμε μια νέα, μαθηματική θεώρηση του κενού. Για να μη γίνει κουραστική η ανάλυση, δεν θα αναφέρω τους «τανυστές», αλλά μόνο την πρακτική αντίληψη των εννοιών που εισήγαγε.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του Αϊνστάιν, για να κατανοήσει καλύτερα τις εξισώσεις πεδίου, είναι το τι ακριβώς συμβαίνει σε έναν «άδειο χώρο», δηλαδή σε έναν χώρο κενό από ύλη ή ενέργεια. Ακόμα και τότε όμως, από τη Θεωρία της Γενικής Σχετικότητας, προκύπτει μια τιμή διάφορη του μηδενός, που αντιστοιχεί στην ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΓΕΩΜΕΤΡΙΑΣ. Και η «γεωμετρία» στη θεωρία της Γενικής Σχετικότητας, είναι η ίδια η «υφή» του Χωροχρόνου. Στη θεωρία αυτή, (η οποία το τονίζω ότι έχει αποδειχθεί και πειραματικά ως προς τις συγκεκριμένες προβλέψεις),  ο Χωροχρόνος, λόγω της παρουσίας γεωμετρίας, ή με άλλα λόγια του «βαρυτικού πεδίου» που απλώνεται σε αυτόν, αποκτά μια υφή με ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΦΥΣΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «απόλυτο κενό».
Έτσι, ο Αϊνστάιν εδώ, αποδεικνύει μαθηματικά, και συναντάει τον Παρμενίδη και τον Αριστοτέλη, που δεν παραδέχονται την ύπαρξη του «απόλυτου κενού», αφού ακόμα και ο Χωροχρόνος είναι «κάτι», και ορίζεται από τον «μετρικό τανυστή», που είναι πάντα διάφορος του μηδενός ακόμα και για τον κενό Χωροχρόνο (!) Μια ευκαιρία να φανεί η καταπληκτική δύναμη της φιλοσοφίας, που ανακαλύπτει λογικά, τα μετέπειτα μαθηματικά δεδομένα.
Έτσι προκύπτει το ερώτημα: Αφού απόλυτο κενό δεν υπάρχει, τι είναι ο κενός (από ύλη) χωροχρόνος, στον οποίο όμως υφίσταται πεδίο βαρύτητας, δηλαδή «γεωμετρία»; Ο Αϊνστάιν, επέμενε πάντα, ότι οι έννοιές του δεν είναι απλά μαθηματικά κατασκευάσματα, αλλά έκφραση της πραγματικότητας. Ο χωροχρόνος υπήρχε ως «φυσική οντότητα». Και από τότε αντικατέστησε στη σκέψη των φυσικών την έννοια του «λεπτού αιθέρα» των φιλοσόφων. Είναι «κάτι», και δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με το «απόλυτο τίποτα». Και είναι πλέον ο καιρός να μας το εξηγήσει πληρέστερα η ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΙΚΗ.

Ο Κβαντικός αιθέρας

Όπως αναφέραμε, σύμφωνα με τη Γενική Θεωρία της Σχετικότητας, ο χώρος που φανταζόμαστε ως κενό, δεν είναι εντελώς άδειος, γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι η ένταση των διαφόρων πεδίων όπως του βαρυτικού και του ηλεκτρομαγνητικού είναι μηδέν. Από τη σκοπιά της Κβαντομηχανικής όμως, αποκτά πιο φυσική δομή και σημασία.
Όταν δεν υπάρχουν φυσικές πηγές ή πεδία, το χωροχρονικό συνεχές γίνεται ένα «κβαντικό κενό», το οποίο ονομάζουμε «κβαντικό αιθέρα».
Στην κβαντική φυσική, ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΕΙΧΘΕΙ η αρχή της απροσδιοριστίας. Δεν μπορείς να γνωρίζεις ταυτόχρονα τη θέση και την ταχύτητα ενός σωματιδίου. Όσο ακριβέστερα γνωρίζεις το ένα, τόσο πιο ακαθόριστα γνωρίζεις το άλλο. Έτσι, η τιμή του πεδίου του «κενού» χώρου, δεν είναι δυνατόν να είναι ίσο με «μηδέν», γιατί τότε θα παραβιαζόταν η αρχή της απροσδιοριστίας. Αν δεν υπήρχε καθόλου πεδίο, τότε η ένταση του πεδίου θα είχε μια ακριβώς προσδιορισμένη τιμή, την μηδενική. Επίσης θα υπήρχε ένας ακριβώς προσδιορισμένος ρυθμός χρονικής μεταβολής, ο μηδενικός. Δεν είναι όμως ποτέ δυνατόν να έχουμε απολύτως προσδιορισμένη ένταση και ρυθμό μεταβολής της έντασης. Άρα, δεν υπάρχει χωροχρονικός τόπος, που να λείπει το οποιοδήποτε δυναμικό πεδίο.
Αν με κάποιο τρόπο ξαφνικά εξαφανίζονταν τα δυναμικά πεδία από κάποιον χωροχρόνο, αυτός ο ίδιος ο χωροχρόνος, θα έχανε την υπόστασή του. Θα γινόταν το «απόλυτο τίποτα» του Αριστοτέλη, του Παρμενίδη και του Αϊνστάιν.
Σε κάθε χωροχρονικό συνεχές λοιπόν, υπάρχει μόνιμη παρουσία δυναμικών πεδίων. Αυτά είναι κάποιες ενεργειακές διακυμάνσεις, κάποια ζεύγη σωματιδίων, που εμφανίζονται από το πουθενά, και καταλήγουν πάλι στο πουθενά φαινομενικά ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ.
Αυτό δεν είναι απλή μαθηματική θεωρία χωρίς απόδειξη. Έχει αποδειχθεί από το φαινόμενο Casimir, όπου δύο πλάκες στο εργαστήριο, παράλληλες μεταξύ τους, ΕΛΚΟΝΤΑΙ χωρίς να έχουν κάποια δύναμη που να τις έλκει. Ο λόγος είναι ότι η απόστασή τους είναι τέτοια, που τα εξωτερικά σωματίδια του κβαντικού φαινομένου που υλοποιούνται, είναι περισσότερα από τα εσωτερικά που υλοποιούνται μεταξύ τους. Και η διαφορά αυτή δυναμικού, τις κινεί ελκτικά. Με τον τρόπο αυτό δηλαδή, μετατρέπουμε τον ίδιο το χωροχρόνο σε κινητική ενέργεια.
Επίσης, ο γνωστός επιστήμονας Πωλ Νταίηβις, έδειξε ότι οι παρατηρητές που ταξιδεύουν επιταχυνόμενοι μέσα σε κβαντικό αιθέρα, θα περιβάλλονται από μια ειδική ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, που λέγεται «έκλαμψη  του αιθέρα». Φαινόμενο πολύ ασθενές όμως, για να παραχθεί ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία απ’ αυτό στις συνήθεις ταχύτητες. Και το φαινόμενο αυτό, εξετάζεται αν είναι η πραγματική αιτία της δύναμης της «αδράνειας», κάτι που αναμένεται να εξετασθεί.
Δεν είναι λοιπόν όλα αυτά φαντασίες. Εδώ η φιλοσοφία συναντάει τη Φυσική, και η φυσική τη Θεολογία.

Η ανύπαρκτη τιμή μηδέν

Ο Αϊνστάιν ταύτισε τους δύο τανυστές που εκφράζουν τη γεωμετρία και τη φυσική του χωροχρόνου, Gμν και Τμν αντίστοιχα. Οι δύο τανυστές θεωρήθηκαν ίσοι και απλώς παρεμβάλλεται ανάμεσά τους η παγκόσμια σταθερά Κ, δηλαδή Gμν = -Κ Χ Τμν (από τη μαθηματική επεξεργασία προκύπτει μείον). Η σταθερά Κ προκύπτει από την κανονικοποίηση των μονάδων και δίδεται από τον λόγο της παγκόσμιας σταθεράς της βαρύτητας G προς την τέταρτη δύναμη της ταχύτητας του φωτός c4 , αφού πολλαπλασιασθεί με τον παράγοντα 8π, και είναι ίση με 2 Χ 10 –45 -1). Η ισότητα των δύο τανυστών δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι εξισώσεις πεδίου του Αϊνστάιν μέσω των οποίων είναι δυνατόν να υπολογισθεί ο μετρικός τανυστής gμν, δηλαδή τα δυναμικά του πεδίου βαρύτητας, και στη συνέχεια η κίνηση ενός σωματιδίου που βρίσκεται μέσα στο βαρυτικό πεδίο. Οι εξισώσεις πεδίου, αν και περιγράφονται μόνο από μια τανυστική εξίσωση, εντούτοις αναλύονται σε 10 πολύπλοκες εξισώσεις που συνδέουν τον μετρικό τανυστή με την ύλη και με την ενέργεια των πηγών του βαρυτικού πεδίου. Αυτό συμβαίνει επειδή τόσο ο τανυστής του Αϊνστάιν Gμν όσο και ο τανυστής ενέργειας – ορμής, Τμν είναι συμμετρικοί, δηλαδή μόνο 10 από τα 16 στοιχεία τους είναι ανεξαρτητα. Τα 16 στοιχεία αυτά, δίνονται από ειδικό πίνακα, και συμβολίζουν τις συναρτήσεις συντεταγμένων του χωροχρόνου (4Χ4=16). Δηλαδή, η θεωρία της Σχετικότητας θεωρεί όχι ένα, αλλά 10 ανεξάρτητα δυναμικά για το πεδίο βαρύτητας, και 6 ίσα με τα αντίστοιχα συμμετρικά τους.
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Αϊνστάιν, ήταν να κατανοήσει τι ακριβώς συμβαίνει σε έναν «άδειο χώρο», δηλαδή σε ένα χώρο κενό από ύλη, όπου ο τανυστής ενέργειας ορμής  Τμν είναι ίσος με μηδέν. Στην περίπτωση αυτή, οι εξισώσεις πεδίου, προβλέπουν ότι είναι δυνατόν να υπάρχει πεδίο βαρύτητας, δηλαδή το δυναμικό gμν είναι διάφορο του μηδενός, όπως ακριβώς συμβαίνει έξω από τα άστρα όπου ο χώρος θεωρείται κενός από ύλη, αλλά ταυτόχρονα υφίσταται σε αυτόν το αστρικό βαρυτικό πεδίο. Άρα η Γενική Σχετικότητα προβλέπει την παρουσία «γεωμετρίας», που αντιπροσωπεύεται από τον τανυστή gμν, ακόμα και με απουσία της ύλης.  Για τον Αϊνστάιν, η παρουσία της γεωμετρίας ή με άλλα λόγια του βαρυτικού πεδίου που απλώνεται σε αυτόν, αποκτά μια άλλη υφή με απολύτως φυσική σημασία, και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η περίπτωση του συνήθους κενού.
Για τον Αϊνστάιν, μοναδικό κενό είναι η περίπτωση που ο μετρικός  τανυστής είναι μηδέν. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει τίποτα, απολύτως τίποτα, ούτε καν ο ίδιος ο χωροχρόνος.
Στην Κβαντομηχανική θεωρία τώρα, τα διάφορα μεγέθη αντιπροσωπεύονται από τελεστές, δηλαδή μαθηματικές παραστάσεις που εκτελούν μια πράξη. Για παράδειγμα, η ορμή αντιπροσωπεύεται από τον τελεστή της χωρικής μεταβολής, ενώ η ενέργεια από τον τελεστή της χρονικής μεταβολής. Οι διάφοροι τελεστές, δρουν στις κυματοσυναρτήσεις, οι οποίες αποτελούν τις λύσεις τών εξισώσεων σε ποικίλα προβλήματα της κβαντομηχανικής. Γενικά όμως, οι διάφοροι τελεστές δεν αντιμετατίθενται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ο τελεστής της θέσης, είναι απλά η θέση του εξεταζόμενου σώματος, ενώ η ορμή, όπως αναφέραμε, είναι η χωρική μεταβολή. Ως γνωστόν, η χωρική μεταβολή και η θέση, είναι ποσότητες που δεν αντιμετατίθενται στις μαθηματικές πράξεις. Η αρχή της απροσδιοριστίας, αφορά τα λεγόμενα συζυγή μεγέθη, όπως για παράδειγμα είναι η θέση και η χρονική της μεταβολή, δηλαδή η ταχύτητα (ή η ορμή, αφού το γινόμενο της ταχύτητας με τη μάζα, που είναι σταθερή, δίνει την ορμή), ή με άλλα λόγια, αφορά μεγέθη που δεν αντιμετατίθενται.
Η τιμή της έντασης καθώς και του ρυθμού της χρονικής μεταβολής της έντασης ενός πεδίου, είναι δύο μεγέθη όπως η θέση και η ταχύτητα, δηλαδή πρόκειται για συζυγή μεγέθη, και έτσι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε τις τιμές και των δύο αυτών μεγεθών με απόλυτη ακρίβεια. Ισχύει γι’ αυτά η αρχή της απροσδιοριστίας. Όσο μεγαλύτερη είναι η ακρίβεια προσδιορισμού της έντασης, τόσο μικρότερη είναι η ακρίβεια προσδιορισμού του ρυθμού μεταβολής της, και αντίστροφα. Έτσι στον ΚΕΝΟ ΧΩΡΟ, (το τονίζω, μιλάω για τον χώρο που δεν περιέχει ούτε ύλη ούτε ενέργεια), το πεδίο δεν μπορεί να διατηρείται ακριβώς ίσο με μηδέν, γιατί τότε θα παραβιαζόταν η αρχή της απροσδιοριστίας. Αν δεν υπήρχε καθόλου πεδίο, τότε η ένταση του πεδίου θα είχε μια ακριβώς προσδιορισμένη τιμή, την μηδενική. Επίσης, θα υπήρχε και ένας ακριβώς προσδιορισμένος ρυθμός χρονικής μεταβολής, ο μηδενικός. Όμως, ποτέ και σε κανένα χωροχρονικό τόπο, ο οποίος υπακούει στην αρχή της απροσδιοριστίας, δεν είναι δυνατόν να έχουμε απολύτως προσδιορισμένη ένταση και ρυθμό μεταβολής της έντασης. Συνεπώς, σε κανένα χωροχρονικό τόπο δεν είναι δυνατή η απουσία του οποιουδήποτε δυναμικού πεδίου. Και αν σε έναν χωροχρονικό τόπο ήταν δυνατό να συμβεί κάτι τέτοιο, δηλαδή με κάποιο τρόπο να εξαφανιστούν τα δυναμικά πεδία, τότε ΑΥΤΟΣ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΣ ΘΑ ΕΧΑΝΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ, δηλαδή θα μεταμορφωνόταν στο «απόλυτο τίποτα», έτσι ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της απροσδιοριστίας, γεγονός που θα συνέβαινε στην αντίθετη περίπτωση, αφού θα ήταν δυνατή η ταυτόχρονη παρουσία της μηδενικής έντασης και της μηδενικής χρονικής μεταβολής της έντασης των πεδίων.
Επισημαίνω για άλλη μια φορά, ότι δεν αναφερόμαστε στην περίπτωση που η παρουσία δυναμικών πεδίων δικαιολογείται από κάποιες φυσικές πηγές, αλλά στην περίπτωση του ιδίου του χωροχρόνου, με τα «δυνάμει» σωματίδια.
 
Ν. Μ.
Δημιουργία αρχείου: 28-1-2004.
Τελευταία ενημέρωση: 13-3-2007.

Αρχή της κτίσης και Κβαντική Φυσική

Οι Παγανιστές (αρχαίοι και σύγχρονοι), δεν διανοούνται ένα σύμπαν με αρχή. Κατά την εσφαλμένη τους κοσμοαντίληψη είναι αιώνιο. Αντιθέτως η Χριστιανική πίστη δεν διανοείται ένα σύμπαν άναρχο. Τι μας αποκαλύπτει λοιπόν η σύγχρονη φυσική για την πρώτη αιτία της δημιουργίας;
Το σύμπαν έχει αρχή
Σε παλαιότερες εποχές, υπήρχαν θεωρίες για ένα «αιώνιο» και «άναρχο» σύμπαν, ή για ένα σύμπαν «παλλόμενο» που συρρικνώνεται και ξανα - εκτείνεται. Σχετικά πρόσφατα όμως, οι κοσμολόγοι ανακάλυψαν νέα στοιχεία για το Σύμπαν, που καταργούν τις δύο αυτές θεωρίες, και απομένει μόνο η Χριστιανική άποψη, που ανέκαθεν μιλούσε για σύμπαν με ΑΡΧΗ του χωροχρόνου.

Το 2002 ο δορυφόρος ΜΑΡ βοήθησε τη NASA να ανακαλύψει ένα σχηματισμό «θερμών σημείων», που σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Διαστήματος, αποδεικνύει ότι το Σύμπαν επιταχύνεται. Αυτό σημαίνει ότι η «σκοτεινή ενέργεια» - η μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να προκαλέσει αυτήν την επιτάχυνση - υπάρχει και ότι το Σύμπαν επεκτείνεται τόσο γρήγορα που δεν μπορεί να καταρρεύσει από τη δύναμη της βαρύτητας. Έτσι, αποκλείεται το ενδεχόμενο της «Μεγάλης Συντριβής», αποδεικνύοντας λάθος τόσο τις θεωρίες ενός άναρχου σύμπαντος, όσο και αυτές που μιλούσαν για ένα παλλόμενο σύμπαν. Το σύμπαν θα επεκτείνεται για πάντα.
Δώδεκα μήνες χρειάστηκε το σκάφος Microwave Anisotropy Probe (MAP) της NASA για να δημιουργήσει το πρώτο λεπτομερές «πορτραίτο» του σύμπαντος όπως ήταν μόλις 380.000 χρόνια μετά την Μεγάλη Έκρηξη Το MAP από απόσταση 1,5 εκ. χιλιομέτρων από την επιφάνεια της Γης, βρέθηκε σε προνομιακό σημείο συγκριτικά με τα επίγεια όργανα που είχαν χρησιμοποιηθεί μέχρι τώρα για την καταγραφή των διακυμάνσεων στην κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου. Με την βοήθεια των μετρήσεών του που είχαν 35 φορές μεγαλύτερη αναλυτικότητα σε σύγκριση με ό,τι είχε επιτευχθεί μέχρι τώρα, στις αρχές του 2003 οι επιστήμονες μπόρεσαν να προσδιορίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την ηλικία του σύμπαντος. Είναι 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, με περιθώριο λάθους μόλις 1%.

Τα παραπάνω στοιχεία, αποδεικνύουν ότι το σύμπαν ούτε αιώνιο είναι, ούτε παλλόμενο, αλλά έχει μια αρχή. Και γνωρίζουμε με ακρίβεια πλέον πότε ξεκίνησε. Και εννοούμε αρχή στον χρόνο. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, εννοούμε ότι και ο χωροχρόνος είχε μια αρχή. Γιατί σύμφωνα με την θεωρία της Σχετικότητας, ο ίδιος ο χωροχρόνος, «είναι κάτι». Δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά μια σαφώς υπαρκτή «οντότητα», που ορίζεται και μεταβάλλεται από την ύλη που περικλείει.

Όταν μιλάμε για την θεωρία της Σχετικότητας, δεν μιλάμε για τα αναπόδεικτα σημεία της. Μιλάμε για το θέμα της διαστολής του χωροχρόνου, το οποίο σαφώς μετρήθηκε, και είναι υπαρκτό, τόσο από τις διαφοροποιήσεις των ρολογιών των δορυφόρων, όσο και από τη διαφοροποίηση της τροχιάς του πλανήτη Ερμή σε σχέση με τη Νευτώνεια θεωρία.

Όσο απομακρύνεται η ύλη του Σύμπαντος, τόσο ξεχειλώνει ο χωροχρόνος μας. Και αυτό σημαίνει ότι κάποτε ξεκίνησε από ένα μικρό σημείο, στην αρχή του σύμπαντος, πριν από 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια.

Ο Einstein, με την Γενική θεωρία της Σχετικότητας και με τις εξισώσεις πεδίου, συνέδεσε την μετρική του χωροχρόνου με το συνολικό ποσό ύλης-ενεργείας του Σύμπαντος, δηλαδή έδειξε ότι η γεωμετρία του χωροχρόνου επηρεάζεται από την ύλη-ενέργεια, αλλά και οι κινήσεις των υλικών σωμάτων καθορίζονται από την γεωμετρία αυτήν. Η λύση των εξισώσεων πεδίου, που πρότεινε ο Einstein, αντιστοιχούσε σε ένα στατικό Σύμπαν, άρα ένα Σύμπαν χωρίς ιστορία, σύμφωνα με το κλασικό ιδεώδες, που περιελάμβανε την αντιστρεπτότητα των διαδικασιών, άρα την συμμετρία ως προς τον χρόνο του παρελθόντος και του μέλλοντος. Αργότερα οι Friedmann και Lemaitre έδειξαν ότι ένα τέτοιο Σύμπαν είναι εξαιρετικά ασταθές και με την παραμικρή διαταραχή θα μπορούσε να καταστραφεί. Τελικώς έχουμε φθάσει στο αποδεκτό καθιερωμένο πρότυπο της Μεγάλης Έκρηξης, το οποίο υποστηρίζεται σταθερά από κρίσιμα πειραματικά δεδομένα, όπως η πειραματική επαλήθευση του νόμου του Hubble και της ακτινοβολίας υποβάθρου των 2.7 Κ.

Για το μοντέλο του πληθωριστικού σύμπαντος ο Prigogine τονίζει πως «Τα αποτελέσματα είναι πολύ ενδιαφέροντα. Δείχνουν την δυνατότητα μιας μη αντιστρεπτής διαδικασίας που μετασχηματίζει την βαρύτητα σε ύλη». Σε ένα άλλο σημείο του γράφει: «Το ουσιώδες σημείο εδώ είναι ότι η γέννηση του Σύμπαντός μας δεν συνδέεται πλέον με μία ανωμαλία, αλλά με μία αστάθεια, ανάλογη με μία αλλαγή φάσεως ή με μία διακλάδωση». Και τονίζοντας την αναλογία ανάμεσα στην γεωμετρία και την ύλη, από τη μια, και στην ισοδυναμία μηχανικού έργου και θερμότητας, από την άλλη, δράττεται της ευκαιρίας να τονίσει την σημασία του δεύτερου θερμοδυναμικού νόμου, ο οποίος "σπάει " αυτήν την έννοια της ισοδυναμίας: το μηχανικό έργο μπορεί πάντα να μετατρέπεται σε θερμότητα, όμως το αντίστροφο δεν ισχύει. 'Ετσι και στην περίπτωση του χωροχρόνου και της ύλης: Ο μετασχηματισμός του χωροχρόνου σε ύλη αντιστοιχεί σε μία μη αντιστρεπτή εκλυτογενή διαδικασία, η οποία παράγει εντροπία. Η αντίστροφη διαδικασία, η οποία θα μετασχημάτιζε την ύλη σε χωρόχρονο, αποκλείεται. »

Η γέννηση λοιπόν του Σύμπαντος οφείλεται στον μετασχηματισμό του χωρόχρονου σε ύλη και μεταφράζεται σε μία έκρηξη της εντροπίας.

Η μοναδικότητα του ακτίστου ως πρώτη αιτία

Αναλύσαμε σε προηγούμενο άρθρο ότι κάθε αποτέλεσμα ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ, έχει και μια αιτία. Η αιτία του σύμπαντος είναι το Big Bang, (ή το «πληθωρισμικό σύμπαν», ή οτιδήποτε άλλο προβλέπει η κάθε θεωρία). Και ποια είναι η αιτία του Big Bang; Ο Θεός. Και ποια είναι η αιτία του Θεού; Ο Θεός δεν έχει αιτία. Μα κάθε αποτέλεσμα έχει μια αιτία. Ο Θεός αποτελεί την εξαίρεση. Άρα, η θεωρία αιτίου - αιτιατού έχει ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΜΙΑ εξαίρεση. Και γιατί η εξαίρεση αυτή θα πρέπει να είναι ο Θεός; Γιατί να μην είναι το ίδιο το Big Bang η εξαίρεση, ή γιατί να μην υπάρχει κάτι άλλο ΠΡΙΝ από τον Θεό, το οποίο να είναι αυτό η εξαίρεση; Ή γιατί να μη δεχθούμε μια πιο πρώτη αιτία από τον ίδιο τον Θεό;
Κατ’ αρχήν, το να μιλήσουμε για μια προηγούμενη αιτία του Θεού, είναι άτοπο για δύο λόγους:
1. Επειδή οδηγεί σε απειρισμό αιτιών, και απλώς μεταθέτει το πρόβλημα χωρίς ποτέ να το λύνει. Και 2. Επειδή αφού ο Θεός είναι άκτιστος, δηλαδή ΕΚΤΟΣ ΧΡΟΝΟΥ, δεν τίθεται θέμα ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ αιτίας, γιατί έξω από τον Χωροχρόνο δεν υπάρχει η έννοια του «πριν».
Η ΠΡΩΤΗ ΑΙΤΙΑ, όποια κι αν είναι αυτή, πρέπει κατ’ ανάγκην να δεχθούμε ότι έχει τον λόγο ύπαρξής της ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΗΣ. Η διαφορά της άκτιστης πρώτης αιτίας από τις κτιστές που είναι στο σύμπαν, είναι η λύση. Δεν μπορούν να μπουν όλες οι αιτίες (κτιστές και άκτιστη) σε ένα τσουβάλι. Γιατί η πρώτη αιτία, ΜΟΝΟ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ μπορεί να θεωρηθεί ως «πρώτη αιτία».
Κάτι τέτοιο, (η ιδιότητα «πρώτη αιτία»), δεν μπορεί να αποδοθεί σε «ενδοχωροχρονικές οντότητες», γιατί ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟ ΕΧΟΥΝ ΑΙΤΙΑ. Χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση. Και ΜΟΝΟ ΑΝ Η ΠΡΩΤΗ ΑΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΞΩΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗ μπορεί να μην έχει αρχή. Γιατί η αρχή προϋποθέτει χρόνο, και αντιθέτως, κάτι που δεν έχει χρόνο, δεν χρειάζεται αρχή. Για «κάτι» που δεν είναι στον χωροχρόνο, ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να ΜΗΝ έχει «αρχή», γιατί η αρχή είναι ιδιότητα τού χρόνου. Όπως ακριβώς επιβάλλεται για τις χωροχρονικές οντότητες να έχουν αρχή. Και ξεκάθαρα, αυτή είναι η βασική διαφορά κτιστού και ακτίστου.
Με δύο λόγια, το τέλος τής έρευνας, είναι «κάτι» που βρίσκεται «ΕΚΤΟΣ» χωροχρόνου. (Και το «εκτός» το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί δεν έχει νόημα ως τοπικός προσδιορισμός, αλλά ως άρνηση τού χωροχρόνου).
Συνοψίζω για να μην αφήσω παρανοήσεις: Αναγκαία ιδιότητα τών χωροχρονικών όντων, είναι η ύπαρξη αρχής και αιτίας. Αντιθέτως, αναγκαία ιδιότητα τών εξωσυμπαντικών οντοτήτων, είναι Η ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ αρχής και αιτίας, ως «άχρονα». Δεν είναι θεωρία. Είναι αναγκαία λογίκευση.

Από τι ορίζονται τα κβάντα

Εδώ όμως πρέπει κατ ανάγκην να σταθούμε σε μία εσφαλμένη τοποθέτηση ορισμένων συζητητών του θέματος αυτού. Αυτοί λένε: «Η κβαντική φυσική, μας δίνει τη δυνατότητα να δεχθούμε ένα σύμπαν χωρίς πρώτη αιτία, καθώς μπορεί να έχει προκύψει από μια τυχαία κβαντική διακύμανση του κενού».
Με αυτά τα λόγια όμως, δεν καταλαβαίνουν ότι πάλι πρέπει να καταφύγουν σε προηγούμενη αιτία. Γιατί οι κβαντικές διακυμάνσεις, καθορίζονται από ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΩΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΩΝ. Από τη στιγμή λοιπόν που υπακούουν στους νόμους τών πιθανοτήτων, ο κβαντικός αιθέρας, που δημιουργεί τις αναταράξεις αυτές, είναι ΠΑΡΑΓΩΓΟ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΩΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΩΝ. Ο κβαντικός αιθέρας, ΟΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΝΟΜΟ.
Ξεκάθαρα πράγματα. Και κάθε νόμος, έχει και νομοθέτη. Πρέπει λοιπόν να αναζητήσουμε την αιτία όχι τού «κβαντικού αιθέρα» πλέον, αλλά τού νόμου τών πιθανοτήτων. Αντιλαμβάνεστε ότι το θέμα ήδη έχει «αποϋλοποιηθεί» εντελώς.
Και εδώ θα κάνω μια ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Ο νόμος τών πιθανοτήτων, ερευνάται σήμερα, πόσο επηρεάζεται από τον ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗ, δηλαδή από τη νόηση (!!!)
Η απάντησή λοιπόν στα παραπάνω, συνοψίζεται σε δύο σημεία:
1. Είναι σφάλμα να θεωρήσουμε μαζί χωροχρονικά και μη χωροχρονικά όντα με όρους χωροχρόνου (ως αιτίες), γιατί έχουν διαφορετικές ιδιότητες, και
2. Τα κβαντικά σωματίδια τού κενού, δεν εμφανίζονται αυθαίρετα, αλλά η εμφάνισή τους διέπεται από ΝΟΜΟΥΣ, που είναι σε τελευταία ανάλυση οι ακόμα πιο βασικές αιτίες ύπαρξης της κτίσης.
Αυτά τα δύο σημεία, απαντούν σε όλες τις θεωρήσεις που λένε ότι δεν χρειάζεται η πρώτη αιτία για τον κβαντικό αιθέρα και για τη δημιουργία τού σύμπαντος.
Και θα συνεχίσω με τις εξής σκέψεις.
Είπαμε στα προηγούμενα, ότι ένα ον αχωροχρονικό, το οποίο κατά φιλοσοφική ανάγκη  πρέπει να είναι νοήμον, δεν μπορεί να περιορίζεται ως αιτία ούτε στο χώρο, ούτε στο χρόνο, αλλά να τα διαποτίζει πλήρως. Και ένας τέτοιος Δημιουργός, δεν είναι μόνο «υποκινητής» τής μεγάλης έκρηξης, αλλά και ΣΥΝΤΗΡΗΤΗΣ τού σύμπαντος. Ότι ορίζει κάθε σωματίδιο στο σύμπαν.
Προσέξτε λοιπόν την εξής εκπληκτική επιβεβαίωση! ΠΑΝΤΟΥ, ΣΕ ΟΛΟ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ, ο χωροχρόνος ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΥΠΟΣΤΑΣΗ από τον «αυτόματα» εμφανιζόμενο, (αλλά υποκείμενο στους ΝΟΜΟΥΣ τών πιθανοτήτων) κβαντικό αιθέρα (!!!)
Καταλήγουμε λοιπόν να αντιληφθούμε, αυτό που ανέκαθεν διδάσκει η Χριστιανική θεολογία, ότι ο Θεός δίνει συνεχώς ύπαρξη, (συγκρατεί) το σύμπαν ανά πάσα στιγμή. Ανά πάσα στιγμή συγκροτεί τον χωροχρόνο, ΜΕ ΣΑΦΩΣ ΟΡΙΣΜΕΝΟ τρόπο, από τους νόμους τών πιθανοτήτων.
Όταν μιλάμε για Δημιουργό Θεό, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για την «εκκίνηση», αλλά και για τη συνέχιση τού σύμπαντος να διατηρεί την υπόσταση τού χωροχρόνου του, «ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ», με βάση τις ενέργειες τού Θεού, τις οποίες εμείς βιώνουμε ως «νόμους τών πιθανοτήτων» εξ’ αιτίας τής συνέπειας με την οποία Εκείνος ενεργεί στον κόσμο. Είναι έτσι εμφανές πόσο ταιριαστή είναι η Χριστιανική θεολογία με την παρατήρηση της επιστήμης.
Η «πρώτη αιτία» λοιπόν, που μόνο νοήμων μπορεί να θεωρηθεί, νοείται Δημιουργός όχι μόνο τής αρχής τού σύμπαντος, αλλά τής ύπαρξής του συνολικά.
Και εφόσον τα νοήμονα όντα (οι παρατηρητές) επηρεάζουν την πραγματικότητα, όπως έχει αποδείξει η Κβαντική φυσική, τότε έχουμε μια σαφέστατη απόδειξη για το ρόλο τής νόησης στη δημιουργία, και για το ρόλο τών νοημόνων όντων σε αυτή, αν επηρεάζουν το έργο τού Νομοθέτη με την παρατήρησή τους.
Και αν το καλοσκεφθούμε, θα δούμε ότι έτσι λύνεται και το μυστήριο τής «κβαντικής παρατήρησης», που θέλει τα σωματίδια να λειτουργούν ανάλογα με την παρατήρηση, σαν να είναι ζωντανά. Δεν είναι αυτά ζωντανά, αλλά επηρεάζονται από τη νόηση όχι μόνο του Κτίστη, αλλά και των νοημόνων κτισμάτων, των παρατηρητών.

Ν. Μ.
Δημιουργία αρχείου: 27-1-2004.
Τελευταία ενημέρωση: 31-10-2006.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2013

Γ.Πορφύριος: Πώς φεύγει η ανασφάλεια, η απελπισία, η κατάθλιψη

Γ.Πορφύριος: Πώς φεύγει η ανασφάλεια, η απελπισία, η κατάθλιψη

Τα ψέμματα των Πεντηκοστιανών (ακραίων Προτεσταντών) για την δήθεν επιβολή του νηπιοβαπτίσματος.

Ex Protestant: Τα ψέμματα των Πεντηκοστιανών (ακραίων Προτεσταντών) για την δήθεν επιβολή του νηπιοβαπτίσματος.

Ο Βίος των Πρώτων Χριστιανών και η Χριστιανική Πίστη κατά τον Αριστείδη τον Απολογητή

Ex Protestant: Ο Βίος των Πρώτων Χριστιανών και η Χριστιανική Πίστη κατά τον Αριστείδη τον Απολογητή